Τρίτη, 30 Μαΐου 2017

Η ποινικοποίηση των συναισθημάτων και η επισειόμενη τιμωρία

( επ ευκαιρία των πολιτικών μας καταστάσεων...)

Ποινικοποίηση συναισθημάτων.Νέα ήθη αστυνόμευσης. Κάθε μέρα να πιέζεσαι σε ένα auto de fe πολιτικής ορθότητας και αφοσίωσης στο καθεστώς τους. Προς Θεού όχι απέχθειες και αποστασιοποιήσεις. Kινδυνεύει η τάξη, η ευνομία, σε έναν αγγελικά πλασμένο κόσμο.Αγάπα τους βιαστές σου με το ζόρι.Η δικτατορία του καλού ανθρώπου!Εδώ ρε ανερμάτιστοι κουφιοκεφαλάκηδες ο ίδιος ο Χριστός δεν θέλει να με κρίνει για την όποια ατέλεια και Κακία μου και θα με κρίνετε εσείς, ω αναμάρτητοι!

Η άθεη εποχή μας κράτησε όμως όλο το μεσαιωνικό δυτικό μοντέλο του δυνάστη Θεού. Από δω τα πρόβατα από κει τα ερίφια, στην μέση ο δικαστής και παντού η Κόλαση. Να είστε όλοι φρόνιμοι γιατί ο μεγάλος αδελφός περιβάλλεται την ηθική και έρχεται να σας τιμωρήσει. Εμείς με ορθόδοξο το ήθος, μαθημένοι στην αγάπη και την διακριτικότητα ενός Θεού ανάμεσα μας, θεολογούμε τα περί παραδείσου και κολάσεως με τα παρακάτω λόγια του αββά Ισαάκ. Και επειδή είμαστε και μεγαλωμένοι στην Εκκλησία με αγάπη, επεκτείνουμε αυτόν τον χαϊνισμό της άκρατης εν Χριστω ελευθερίας και αγάπης και στην πολιτική εγκόσμια ζωή μας και ακόμα και στην κόλαση βλέπουμε την αγάπη του Θεού πού δεν εισπράττεται από αυτούς πού δεν θέλουν να την εισπράξουν.Καμιά ποινικολογία!Απόλυτος σεβασμός στον άνθρωπο!
«Εγώ δε λέγω, ότι οι εν τη γεέννη κολαζόμενοι τη μάστιγι της αγάπης μαστίζονται. Και τι πικρόν και σφοδρόν το της αγάπης κολαστήριον;»


από αναρτήσεις μας στο Fb


Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/2017/05/blog-post_30.html#ixzz4iYB98muY

Καταιγιστικός παροξυσμός «αγιοποίησης» του Μητσοτάκη



Σύσσωμες και ενορχηστρωμένες, όλες οι καθεστωτικές δυνάμεις και οι προπαγανδιστικοί τους κρουνοί (ΜΜΕ), έχουν εξαπολύσει μια κατακλυσμιαία νεροποντή «αγιοποίησης», «δικαίωσης» και «ηρωοποίησης» του Μητσοτάκη. Μπροστά σ’ αυτήν τη νεροποντή, ενστικτωδώς, …ξεπετάγονται οι στίχοι του Μανόλη Αναγνωστάκη:

«Πέθανες- κι έγινες καὶ σύ: ο καλός, 
Ὁ λαμπρὸς άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης. 
Τριάντα έξη στέφανα σὲ συνοδέψανε, τρεις λόγοι αντιπροέδρων, 
Εφτὰ ψηφίσματα γιὰ τὶς υπέροχες υπηρεσίες ποὺ προσέφερες. 
Α, ρὲ Λαυρέντη, εγὼ ποὺ μόνο τόξερα τί κάθαρμα ήσουν, 
Τί κάλπικος παράς, μιὰ ολόκληρη ζωὴ μέσα στὸ ψέμα 
Κοιμού ἐν ειρήνῃ, δὲν θὰ ῾ρθω τὴν ησυχία σου νὰ ταράξω…»
 

Για τα πολύχρωμα ανδρείκελα του 4ου Ράιχ, πράγματι, ο Μητσοτάκης είναι «δικαιωμένος»!!! 

Ο ακραίος και βάρβαρος νεοφιλελευθερισμός του Μητσοτάκη έχει γίνει πλέον γρανιτένιο καθεστώς, με «θώρακα» τα Μνημόνια των τοκογλύφων… 

Καθεστώς, επίσης, έχει γίνει και η «εθνική» πτυχή της πολιτικής Μητσοτάκη.
 Η πολιτική της δουλικής ΥΠΟΤΑΓΗΣ στα ξένα κέντρα αποφάσεων: Στα πλανητικά κέντρα της Νέας Τάξης, στο σύγχρονο 4ο Ράιχ… 

Υπάρχει, τέλος, και η «ηθική δικαίωση» του Μητσοτάκη. Ο καθεστωτικός φαρισαϊσμός, οι «πολιτικές πτήσεις» και «επιμειξίες», καθώς και το ψεύδος στις πιο αποκρουστικές τους μορφές, δηλαδή η μακάβρια γκριμάτσα της κοινοβουλευτικής αχρειότητας και παρακμής:αυτό που ονομάζουμε «μητσοτακισμό». 

Ο Μητσοτάκης, όπως έχουμε επισημάνει πολλές φορές, αποτύπωσε πιο ακραία και καταχρηστικά, αλλά και πιο μοχθηρά την παρακμή και τη σήψη των αστικών κοινοβουλευτικών θεσμών, όλη την αχρειότητα του αστικού κόσμου και των θεσμών του. 

Λογικό, συνεπώς,
 ο σημερινός πολιτικός κόσμος και τα δημοσιογραφικά φερέφωνα του καθεστώτος, να καταλαμβάνονται από την υστερία της «αγιοποίησης» και της «δικαίωσης» του Μητσοτάκη: Ο Μητσοτάκης μπορεί να «έφυγε», αλλά ο «μητσοτακισμός» ζει και βασιλεύει, αποτελεί την κυρίαρχη αθλιότητα της πολιτικής μας ζωής… 

Ο «μητσοτακισμός» έχει μπολιάσει ανεξίτηλα όλη την ποικιλία και την πολυχρωμία των καθεστωτικών δυνάμεων: Πολιτικών, πνευματικών, δημοσιογραφικών… 

Όλες αυτές οι δυνάμεις αποτελούν ένα «μητσοτακικό» εξάμβλωμα αυθάδειας,
 ακριβώς γιατί συνδυάζουν, στην πιο μοχθηρή μορφή, τον υστερικό νεοφιλελευθερισμό τους, με την υστερική υποτέλεια στους «νταβάδες» του κόσμου (ανδρείκελα του 4ου Ράιχ), με το ασύστολο ΨΕΥΔΟΣ, τη ΔΟΛΙΟΤΗΤΑ και ΑΠΑΤΗκαθώς και με το υστερικό μίσος τους εναντίον των θυμάτων της εκμετάλλευσης και των λαϊκών κατακτήσεων. 

Είναι, συνεπώς, ποτέ δυνατόν, να μη ΔΙΚΑΙΩΝΟΥΝ και να «αγιοποιούν» αυτές οι δυνάμεις του «μητσοτακισμού» τον Μητσοτάκη;;; 

Θρηνείστε, λοιπόν, τους νεκρούς σας…
 

Ο κόσμος σας δεν είναι ο κόσμος του λαού, ο κόσμος των εργαζομένων, ο κόσμος των θυμάτων της πολιτικής σας. Αυτός ο κόσμος έχει τελεσίδικα ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΕΙ και τον Μητσοτάκη και τον κόσμο σας…


 Διαβάστε και εδώ: 
http://www.resaltomag.gr/forum/viewtopic.php?t=10609


http://resaltomag.blogspot.co.uk/2017/05/blog-post_66.html

Η μελαγχολία τών Παλαιολόγων


Τὸν καιρὸ ποὺ δούλευα στὸν Μυστρᾶ, τύχαινε πολλὲς φορὲς νὰ βρεθῶ μοναχὸς μέσα στὴν Περίβλεπτο. Τ᾿ ἀπόγεμα ἡ ἐκκλησία σκοτείνιαζε κι ἀγρίευε. Ἀπὸ πάνου ἀπὸ τὴν σκαλωσιὰ ἄκουγα πατήματα. «Κανένα φάντασμα θὰ περπατᾷ», συλλογιζόμουνα, καὶ γύριζα τὸ κεφάλι μου πάντα κατὰ τὸ μέρος ποὺ στεκόντανε ζωγραφισμένοι οἱ στρατιῶτες καὶ οἱ πολεμάρχοι. Στεκόντανε στὴ σειρὰ ἕνα γῦρο, λίγο ψηλότερα ἀπὸ τὸ χῶμα, οἱ περισσότεροι μὲ βγαλμένα μάτια, τρυπημένοι στὸ στῆθος, πολλοὶ ἀπ᾿ αὐτοὺς κομματιασμένοι ἀπὸ τὶς σπαθιές. Σὲ πολλὰ κεφάλια εἶχε ἀπομείνει γερὸ ἕνα μάτι μοναχά, μὰ κεῖνο τὸ μάτι ἔβλεπε σὰν δέκα ζωντανά.

Μνήσθητί μου, Κύριε! Χρόνια πέρασα μέσα σὲ κείνη τὴν ἐκκλησιά, καὶ μ᾿ ὅλα τοῦτα ἀνατρίχιαζα, σύγκρυο μὲ διαπερνοῦσε. Κεῖνοι οἱ χορταριασμένοι τοῖχοι ἤτανε ζωντανοί, καρδιὲς χτυπούσανε, νεῦρα τανυζόντανε, σπαθιά, σαργίτες, ταρκάσια, σκουτάρια τρίζανε ἀπάνω στὰ κορμιά. «Καὶ ἰδού, σεισμὸς καὶ προσήγαγε τὰ ὀστᾶ, ἑκάτερον πρὸς τὴν ἁρμονίαν αὐτοῦ. Καὶ εἶδον· καὶ ἰδοὺ ἐπ᾿ αὐτὰ νεῦρα καὶ σάρκες ἐφύοντο, καὶ ἀνέβαινεν ἐπ᾿ αὐτὰ δέρμα ἐπάνω. Καὶ εἰσῆλθεν εἰς αὐτὰ τὸ πνεῦμα καὶ ἔζησαν καὶ ἔστησαν ἐπὶ τῶν ποδῶν αὐτῶν, συναγωγὴ πολλὴ σφόδρα».

Ἐτοῦτοι εἶναι οἱ τελευταῖοι στρατιῶτες τοῦ Παλαιολόγου, τότε ποὺ ἤρτανε καὶ πιάσανε γιὰ μετερίζι τῆς ἀπελιπισίας τὸ φημισμένο βουνὸ τοῦ Ταϋγέτου, σιμὰ στὴν ἀρχαία Σπάρτη. Ἀνεμοδαρμένο ἀπάνου στὸν βράχο, μαραζωμένο, τὰ μάτια τους μελανιασμένα καὶ λαμπερὰ ἀπὸ τὴν θέρμη, ἀπὸ τὴν ἀγρύπνια καὶ τὴν ἀγωνία. Ἀνατολῖτες, στρατολογημένοι ἀπὸ τὰ μέρη τῆς Σηλύβριας, τῆς Μαύρης Θάλασσας, τὴν Ἀγχίαλο, τὴν Καβάρνα, κι ἄλλοι ντόπιοι ἀπ᾿ τὸν Δρόγγο τῶν Σκορτῶν, τὸ Σάλαβρο, τὸ Βοίτουλο, τὴ Μάνη, τὴ Γρεμπενή, τὸν Ἀϊτὸ κ.ἀ., αἵματα παλιά. Δὲν εἶναι στρατιῶτες βαριοί, μὲ κορμιὰ δυνατά. Τὰ χέρια τους καὶ τὰ ποδάρια τους εἶναι κοκκαλιασμένα, τὰ κορμιὰ λιγνά, περπατᾶνε ἐλαφρὰ σὰν φαντάσματα, πολεμιστὲς ἑνὸς βασιλείου ποὺ δὲν εἶναι τούτου τοῦ κόσμου. «Θεία παρεμβολή, θεηγόροι ὁπλῖται παρατάξεως Κυρίου». Σὰν τὸν ἀφέντη τους τὸν Κωνσταντῖνο, ξέρουνε τὸ κακὸ τὸ ριζικό τους.

Κι οἱ ἄλλοι οἱ σύντροφοί τους εἶναι παραπονεμένοι, μὰ τοῦτος εἶναι πολὺ θλιμμένος, φαρμάκι στάζει ἀπὸ τὸ στόμα του. Στέκεται σὰν πουλὶ ἀναφτερουγιασμένο. Στό ῾να χέρι του βαστᾷ ἀλαφρὰ τὸ δοξάρι καὶ τ᾿ ἄλλο τ᾿ ἀκουμπᾷ ἀπάνω στὸ σπαθί. Ἀπὸ τὸ λαιμό του εἶναι κρεμασμένη ἡ περικεφαλαία πίσ᾿ ἀπὸ τὴν ὡραία κεφαλή του, στὸν ἕναν ὦμο του ἔχει ριγμένο τὸ ταρκάσι μὲ τὶς σαγίτες καὶ στὸν ἄλλον ὦμο τὸ σκουτάρι του.

Ὧρες καθόμουνα καὶ κουβέντιαζα μαζί του σὲ μιὰ γλῶσσα ποὺ δὲ χρειάζεται μηδὲ στόμα γιὰ νὰ τὴ πεῖ, μηδὲ ἀφτί, γιὰ νὰ τὴν ἀκούσει. Τὸν ἄκουγα ποὺ μοῦ μιλοῦσε ἀπὸ τὸν ἄλλο κόσμο, σὰν τ᾿ ἀγέρι ποὺ φυσᾷ ἀπάνου στ᾿ ἄγρια χορτάρια πού ῾ναι φυτρωμένα σὲ κάστρο ρημαγμένο, μὰ καταλάβαινα καθαρὰ τί μοῦ ῾λεγε.

Τοῦτος ὁ στρατιώτης δὲν εἶναι κανένας ἄντρας δυνατός, μὲ κορμὶ ἀντρειωμένο, χεροδύναμος καὶ φοβερός. Τὸ κορμί του εἶναι ἀλαφρὸ καὶ λυγερό, τὰ ποδάρια του ψιλὰ καὶ μακριὰ σὰν τοῦ ζαρκαδιοῦ. Κεῖνα τὰ δάχτυλα τῶν χεριῶν του εἶναι ἴδια κοντύλια ψιλοπελεκημένα, ἴδια ἁγιοκέρια, κι ἀπορεῖς πῶς κρατᾶνε ἄρματα. Τὸ κεφάλι του γέρνει στὸν ὦμο του σὰν τοῦ Χριστοῦ. Τέτοιο κεφάλι ποιὸ πινέλο νὰ τὸ ζωγράφισε! Ζωγράφος εἶμαι κι ἐγώ, κι ὅμως ἀπορῶ γιὰ τὴν τόση τέχνη. Ἀπὸ ποιὸ μέρος ᾖρθε τοῦτο τὸ χέρι, ποὺ κράτησε τὸ πινέλο, γιὰ νὰ τυπώσει αὐτὰ τὰ πικραμένα μάτια, αὐτὸ τὸ πηγοῦνι, αὐτὸ τὸ στόμα, αὐτὰ τὰ μαλλιά! Τί μυστήριο κρύβεται μέσα σ᾿ αὐτὸν τὸν καθρέφτη π᾿ ἀντιφεγγίζει τὶς χαρὲς ἑνὸς ἄλλου κόσμου! Καὶ τί εὐτυχία γιὰ μᾶς, νὰ φτάξει ἴσαμε τὰ χρόνια μας ἕνα τέτοιο δῶρο ἐξαίσιο! Πρόσωπο γλυκομελάχρινο, ψημένο ἀπὸ τὸν ἥλιο τῆς Ἀνατολῆς, στὰ μέρη ποὺ πολεμοῦσε γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Ἀπὸ τὰ μισοσφαλισμένα μάτια του βγαίνει μία ἀντιφεγγιὰ γλυκιά, ἤρεμη καὶ θλιμμένη.

Σ᾿ ὅλο τὸν κόσμο δὲν βρέθηκε, μηδὲ θὰ βρεθεῖ τέχνη ὅμοια μὲ τῆς Ἀνατολῆς, νὰ δίνει τέτοιο πάθος καὶ τέτοιο γλυκὸ παράπονο στὰ πλάσματά της. Ὅποιος ἔχει καρδιὰ θερμή, ἐκεῖνος θὰ μὲ καταλάβει. Καμιὰ τέχνη δὲ μεταχειρίστηκε τόσο ἁπλὰ μέσα καὶ καμιὰ τέχνη δὲν ἔπιασε τέτοια πράματα. Ἀπὸ κοντά, τὰ μάτια εἶναι δυὸ πινελιές, μιὰ μαύρη καὶ μίαν ἄσπρη, ἡ μύτη εἶναι καμωμένη μὲ δυὸ ἐλαφρὲς γραμμές! Δὲν εἶναι λοιπὸν μεγάλο μυστήριο; Τί θέλουνε νὰ ποῦνε αὐτοὶ ποὺ μιλᾶνε γιὰ φυσικὰ καὶ γιὰ ἀνατομίες καὶ γιὰ ἐπιστῆμες καὶ γιὰ ὀφθαλμολογίες καὶ τέτοια; Ἐδῶ δὲν ὑπάρχει μηδὲ φυσικό, μηδὲ ἀφύσικο, μηδὲ τίποτα. Ἐδῶ ὑπάρχει αὐτὸ τὸ ἀνεξερεύνητο μυστήριο, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ τὸ πιάσει μηδὲ ὁ σοφὸς Σολομῶντας, μὲ λόγια, μὲ σκολειὰ καὶ μὲ φιλοσοφίες. «Δώρημα τέλειον ἄνωθεν καταβαῖνον ἐκ τοῦ πατρὸς τῶν φώτων». Φλόγα ἄπιαστη, ἀκατανόητη πνοή!

Ἡ τέχνη τῆς ἀνατολικῆς χριστιανοσύνης εἶναι καθαρὴ θροφὴ γιὰ τὸ πνεῦμα καὶ χαρὰ γιὰ τὰ μάτια. Τὸ ἰδεῶδες της Ἀνατολῆς ἀπέχει ἀπὸ τὸ ἰδεῶδες τῆς Δύσης ὅσο κι ὁ οὐρανὸς ἀπὸ τὴ γῆ. Μὲ τὸ πάθος ἡ Ἀνατολὴ πέτυχε τὸ ἐξωτικὸ ἀποτέλεσμα ποὺ ζητᾷ τὸ πνεῦμα σὰν ἐλάφι διψασμένο. Ἡ Δύση ἔκανε ἀνάμεσα στὰ ἔθνη ἐκεῖνα ὅπως ὁ Προμηθέας, καὶ πῆγε τὸ φῶς σ᾿ ἐκείνους ποὺ ζούσανε στὸ σκοτάδι. Πῆγε καὶ κούρνιασε στὴν ἀϊτοφωλιά, στὸ Τολέδο, Ἀνατολίτης ντερβίσης, κήρυκας τῆς ἐγκράτειας στὴν τέχνη τῆς ζωγραφικῆς, βαριεστισμένος ἀπὸ τὰ πανηγύρια τῆς Βενετιᾶς. Ὅπως ἤτανε κατατρεγμένοι οἱ Βυζαντινοὶ ποὺ σκαλώνανε στὰ βράχια τοῦ Μυστρᾶ, ἔτσι κι ὁ Θεοτοκόπουλος πῆγε καὶ φώλιασε στὸ Τολέδο.

http://www.paterikiorthodoxia.com/2012/07/1281.html

«- Γιά μᾶς τό εἶπε ὁ Γέροντας Πορφύριος. Καταλάβαμε …»



Μια φορά ο Άγιος Πορφύριος βρισκόταν στο Ησυχαστήριο που έφτιαξε στο Μήλεσι και περπατούσε ανάμεσα στα δέντρα που είχε φυτέψει, κουβεντιάζοντας διαδοχικά με τους επισκέπτες του.

Ήρθαν τότε μ’ ένα μεγάλο αυτοκίνητο «Μερσεντές» δυο-τρεις καλοντυμένοι κύριοι και τον πλησίασαν· αλλά επειδή εκείνη την ώρα μιλούσε με κάποιο άλλο πρόσωπο, περίμεναν σιωπηλά να τελειώσει.

Τότε ο άγιος Γέροντας Πορφύριος άρχισε να διηγείται την εξής ιστορία:
«Ήταν μια φορά στο ψυχιατρείο, στο Δαφνί, ένας άρρωστος που είχε πάρει έναν κουβά με νερό και μια βούρτσα -απ’ αυτές που βάφουν- κι “έβαφε” κάποιο τοίχο με το νερό.

»Ένας επισκέπτης που τον κοίταζε, παραξενεύτηκε και τον ρώτησε τι κάνει.
»Ο ασθενής τού απάντησε:
»–Δεν βλέπεις;… Βάφω!…

»Ο “υγιής” χάζευε και τότε ο “ασθενής” πήρε το θάρρος και του ’πιασε την κουβέντα λέγοντάς του τα εξής:

»–Εμένα που με βλέπεις, με κλείσανε οι συγγενείς μου εδώ μέσα, για να μου φάνε τα λεφτά. Διότι εγώ είχα πολλά λεφτά, χιλιάδες λίρες! Αλλά εγώ, πιο έξυπνος απ’ αυτούς, τους την έφερα! Το βλέπεις εκείνο το δεντράκι, πάνω εκεί στην κορφή του λόφου; Ε! Εκεί κάτω στη ρίζα του έχω σκάψει και τις έχω κρύψει. Και περιμένω τώρα να βγω, να πάω να τις πάρω.

»Ο “υγιής” κοίταξε καλά με γουρλωμένα μάτια το λόφο και το δεντράκι και λιγώθηκε από τη λαχτάρα ν’ αποκτήσει τις λίρες, αλλά προσποιήθηκε ψυχραιμία και είπε, δήθεν αδιάφορα:
»–Τι μου λες! Αλήθεια λες;
»Τότε ο “ασθενής” τού απάντησε:
»–Βέβαια. Αλήθεια λέω. Γιατί να σου πω ψέματα;

»Σε λίγο ο “υγιής” έφυγε. Αλλά, φεύγοντας, παρακολουθούσε συνεχώς το λόφο και το δεντράκι, για να το εντοπίσει καλά και να μη το ξεχάσει. Και τη νύχτα πήρε τσαπί και φτυάρι και πήγε κι έσκαψε όλο τον τόπο γύρω του, για να βρει τις λίρες. Αλλά δεν τις βρήκε. Μη θέλοντας, όμως, να πιστέψει ότι όλη αυτή η ωραία ελπίδα ήταν κούφια, πήγε την άλλη μέρα ξανά στο Δαφνί, όπου βρήκε τον “ασθενή” να κάνει την ίδια πάλι δουλειά· να “βάφει” με νερό.

»Τον έπιασε κουβέντα, δήθεν αδιάφορα, και σε μια στιγμή τού λέει:
»–Σε ποιο δεντράκι, είπες χθες, ότι έχεις κρύψει τις λίρες;
»–Να, σ’ εκείνο εκεί! του απάντησε ο “ασθενής” και του υπέδειξε το ίδιο δεντράκι που του είχε δείξει και την προηγούμενη μέρα.
»Τότε ο “υγιής” τού λέει:
»–Μωρέ, μήπως κάνεις λάθος; Σ’ εκείνο δεν υπάρχει τίποτα. Όλη τη νύχτα έσκαβα και δεν βρήκα τίποτα.

»Και ο “ασθενής” τού απάντησε με νόημα βαθύ:
»–Πάρε τον κουβά και “βάφε”!…».

(Δηλαδή, είσαι πια όμοιός μου στην τρέλα και την παράνοια της αναζήτησης του τίποτα στη ζωή σου, γι’ αυτό και σου αξίζει τώρα να “βάφεις” όπως εγώ με νερό· δηλαδή να κοπιάζεις και να καταναλώνεις τον εαυτό σου άσκοπα, χωρίς κανένα νόημα και αποτέλεσμα).

Το πρόσωπο που συνομιλούσε εκείνη την ώρα με τον Άγιο Πορφύριο και που άκουσε έκπληκτο την παραπάνω ιστορία, ήταν μια κυρία, η οποία δεν κατάλαβε τι νόημα είχε προσωπικά γι’ αυτήν και, παραξενεμένη, τον ρώτησε γιατί της την είπε. Αλλά πριν προλάβει να της απαντήσει ο άγιος του Θεού Γέροντας, παρενέβησαν αμέσως οι καλοντυμένοι κύριοι που είχαν έρθει με τη «Μερσεντές» και άκουσαν την όλη διήγηση περιμένοντας δίπλα, και είπαν:
–Για μας την είπε… Καταλάβαμε…

Διότι, πράγματι, εκείνοι οι κύριοι έψαχναν για κάποιο κρυμμένο θησαυρό. Και επειδή είχαν ακούσει ότι ο Γέροντας Πορφύριος με τη διόρασή του «έβλεπε», είχαν έρθει να τους πει τα σχετικά που επιθυμούσαν ανωφελώς. Αλλά χωρίς καν να ρωτήσουν, πήραν από τον Άγιο την απάντηση και πείστηκαν ότι όντως «βλέπει» όχι μόνο αφανείς «θησαυρούς», αλλά ακόμη και τον κρυφό λογισμό τους. Στο τέλος έφυγαν, αφού πρώτα ευχαρίστησαν τον άγιο Γέροντα…

Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

Steven Runsiman: Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης - Η τύχη των ηττημένων

alwsh ths kwnstantinoypolhs 01

Από την εποχή του χαλίφη Ομάρ και των πρώτων μεγάλων κατακτήσεων για την πίστη, η ισλαμική παράδοση έχει καθορίσει το είδος της μεταχείρισης που πρέπει να επιφυλάσσεται στους κατακτημένους λαούς.

 Εάν μια πόλη ή περιοχή παραδίνεται στον κατακτητή με τη θέλησή της δεν πρέπει να λεηλατείται, αν και ίσως χρειαστεί να καταβάλει μια αποζημίωση. Οι Χριστιανοί και οι Εβραίοι κάτοικοί της μπορούν να διατηρήσουν τους τόπους λατρείας τους, υποκείμενοι σε συγκεκριμένους κανονισμούς σχετικά με τα ίδια τα κτίρια. Ακόμη και αν η συνθηκολόγηση οφείλεται σε αναπότρεπτη ανάγκη, επειδή η άμυνα δεν μπορεί να αντέξει άλλο, ο κανόνας εξακολουθεί να θεωρείται ότι ισχύει, αν και ο κατακτητής τώρα μπορεί να επιμείνει σε σκληρότερους όρους, επιβάλλοντας βαρύτερα πρόστιμα και απαιτώντας την τιμωρία των πιο αμετανόητων εχθρών του.
Όταν όμως μια πόλη καταληφθεί εξ εφόδου, οι κάτοικοι της δεν έχουν δικαιώματα. Στο στρατό των κατακτητών δίνεται το δικαίωμα τριών ημερών απεριόριστης λαφυραγωγίας, και οι πρώην τόποι λατρείας, μαζί με κάθε άλλο κτίριο, καθίστανται περιουσία του κατακτητή ηγέτη, που μπορεί να τα διαθέσει όπως θέλει.
Ο σουλτάνος Μωάμεθ είχε υποσχεθεί στους στρατιώτες του τις τρεις ημέρες της λαφυραγωγίας στις οποίες είχαν δικαίωμα. Εκείνοι ξεχύθηκαν μέσα στην πόλη. Μετά τη διάσπαση των τειχών από τα πρώτα στρατεύματά του επέμεινε σε μια συγκεκριμένη πειθαρχία. Τα συντάγματα βάδιζαν μέσα το ένα μετά το άλλο, με τη μουσική να παίζει και τις σημαίες να κυματίζουν. Μόλις όμως βρίσκονταν μέσα στην πόλη, όλοι συμμετείχαν στο άγριο κυνήγι της λείας. Στην αρχή δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι η άμυνα είχε τελειώσει. Έσφαζαν όποιον συναντούσαν στους δρόμους, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, αδιάκριτα.Το αίμα έτρεχε σε ποτάμια στους κατηφορικούς δρόμους από τα υψώματα της Πέτρας προς τον Κεράτιο. Αλλά σύντομα η δίψα για αίμα κατευνάστηκε. Οι στρατιώτες αντιλήφθηκαν ότι οι αιχμάλωτοι και τα πολύτιμα αντικείμενα θα τους προσπόριζαν μεγαλύτερο κέρδος..
 Από τους στρατιώτες που πέρασαν μέσα από το φράχτη ή από την Κερκόπορτα πολλοί στράφηκαν να λεηλατήσουν το αυτοκρατορικό παλάτι στις Βλαχέρνες. Κατέβαλαν τη βενετική φρουρά του και άρχισαν να αρπάζουν όλους τους θησαυρούς του, καίγοντας βιβλία και εικόνες μόλις αποσπούσαν τα καλύμματα και τα πλαίσια με τα κοσμήματα, και σπάζοντας τα ψηφιδωτά και τα μάρμαρα στους τοίχους. Άλλοι κατευθύνθηκαν στις μικρές αλλά υπέροχες εκκλησίες κοντά στα τείχη, τον Άγιο Γεώργιο κοντά στη Χαρίσια πύλη, τον Άγιο Ιωάννη στην Πέτρα και τη χαριτωμένη εκκλησία της μονής του Σωτήρα στη Χώρα, για να τις απογυμνώσουν από τα άφθονα καλύμματά τους, τα άμφια και ότι άλλο ήταν δυνατό να αφαιρεθεί από αυτές.
Στη Χώρα άφησαν απείραχτα τα ψηφιδωτά και τις τοιχογραφίες αλλά κατέστρεψαν την εικόνα της Θεομήτορος, της Οδηγήτριας, της ιερότερης εικόνας σε όλο το Βυζάντιο, την οποία, όπως έλεγαν οι άνθρωποι, είχε ζωγραφίσει ο ίδιος ο Άγιος Λουκάς.Την είχαν μεταφέρει εκεί από την εκκλησία της πλάι στο παλάτι στην αρχή της πολιορκίας, ώστε η ευεργετική της παρουσία να είναι διαθέσιμη για να εμπνέει τους αμυνόμενους επάνω στα τείχη.Την έβγαλαν από τη βάση της και την έσπασαν σε τέσσερα κομμάτια.Έπειτα άλλοι από τους στρατιώτες έσπευσαν να μπουν στα κοντινά σπίτια, άλλοι προς τις αγορές και τα μεγάλα κτίρια στην ανατολική απόληξη της πόλης. Οι ναύτες από τα πλοία στον Κεράτιο είχαν ήδη εισέλθει από την Πλατεία πύλη και άδειαζαν τις αποθήκες κατά μήκος των τειχών.Σύντομα μερικοί από αυτούς συνάντησαν μια συγκινητική λιτανεία γυναικών που πήγαιναν προς την εκκλησία της Αγίας Θεοδοσίας, για να προσευχηθούν για την προστασία της αυτή την ημέρα, της γιορτής της. Οι γυναίκες περικυκλώθηκαν και μοιράστηκαν από τους άνδρες που τις συνέλαβαν, οι οποίοι στη συνέχεια προχώρησαν για να λεηλατήσουν την ανθοστόλιστη εκκλησία και να πιάσουν τους πιστούς εκεί.
Άλλοι ανέβηκαν στο λόφο για να συνενωθούν με τους στρατιώτες από τα χερσαία τείχη στην απογύμνωση της τριπλής εκκλησίας του Παντοκράτορα και των μοναστικών κτισμάτων που ήταν προσαρτημένα σ' αυτό, όπως και της γειτονικής εκκλησίας του Παντεπόπτη. Άλλοι, που είχαν μπει από την Ωραία Πύλη, σταμάτησαν για να λεηλατήσουν τη συνοικία της αγοράς προτού ανεβούν στο λόφο προς τον Ιππόδρομο και την ακρόπολη. Στο μεταξύ οι ναύτες από τα πλοία στην Προποντίδα είχαν ανοίξει δρόμο μέσα από το παλιό Ιερό Παλάτιο. Οι διάδρομοί του ήταν εγκαταλελειμένοι και μισοερειπωμένοι, αλλά εξακολουθούσαν να υπάρχουν λαμπρές εκκλησίες εκεί, όπως η Νέα Βασιλική την οποία είχε κτίσει ο Βασίλειος Α' περίπου πέντε αιώνες νωρίτερα. Λεηλατήθηκαν όλες εντελώς. Έπειτα οι ναύτες και από τους δύο στόλους και τα πρώτα στίφη στρατιωτών από τα χερσαία τείχη συνέκλιναν στη μεγαλύτερη εκκλησία του Βυζαντίου, τη μητρόπολη της Αγίας Σοφίας.
Η εκκλησία εξακολουθούσε να είναι γεμάτη με κόσμο. Η Θεία Λειτουργία είχε τελειώσει και έψαλλαν τη λειτουργία του Όρθρου. Με τους θορύβους της φασαρίας απέξω οι τεράστιες μπρούντζινες πόρτες του κτιρίου έκλεισαν. Μέσα το εκκλησίασμα προσευχόταν για το θαύμα που μόνο αυτό μπορούσε να τους σώσει. Προσεύχονταν μάταια. Δεν πέρασε πολλή ώρα προτού γκρεμιστούν οι πόρτες από τα σφυροκοπήματα. Οι πιστοί είχαν παγιδευτεί. Μερικοί από τους γέρους και τους ανήμπορους σκοτώθηκαν επιτόπου, αλλά οι περισσότεροι δέθηκαν ή αλυσοδέθηκαν μαζί. Τα πέπλα και τα μαντήλια των γυναικών σκίστηκαν για να χρησιμοποιηθούν ως σχοινιά. Πολλές από τις ωραιότερες κοπέλες και νέους και πολλοί από τους πιο πλούσια ντυμένους ευγενείς σχεδόν κατασπαράχθηκαν καθώς οι δεσμώτες τους τσακώνονταν γι' αυτούς. Σύντομα μια μακριά πομπή από αταίριαστες μικροομάδες ανδρών και γυναικών δεμένων σφιχτά μεταξύ τους συρόταν προς τους καταυλισμούς των στρατιωτών, για να γίνουν εκεί για μία ακόμη φορά αντικείμενα φιλονικιών. Οι ιερείς συνέχισαν να ψάλλουν στο Ιερό μέχρις ότου συνελήφθησαν και εκείνοι. Αλλά την τελευταία στιγμή, έτσι πίστευαν οι πιστοί, μερικοί από αυτούς άρπαξαν τα πιο ιερά σκεύη και κινήθηκαν προς το νότιο τοίχο του Ιερού. Εκείνος άνοιξε γι' αυτούς και έκλεισε πίσω τους, και εκεί θα παραμείνουν μέχρις ότου το ιερό κτίριο ξαναγίνει πάλι εκκλησία.
Η λεηλασία συνεχίστηκε όλη την ημέρα. Ανδρικά και γυναικεία μοναστήρια παραβιάστηκαν και οι κάτοικοι τους συνελήφθησαν. Μερικές από τις νεώτερες καλόγριες προτίμησαν το μαρτύριο από την ατίμωση και ρίχτηκαν σε πηγάδια, αλλά οι μοναχοί και οι πιο ηλικιωμένες καλόγριες συμμορφώθηκαν τώρα με την παλιά παράδοση παθητικότητας της Ορθόδοξης Εκκλησίας και δεν προέβαλαν αντίσταση. Τα ιδιωτικά σπίτια λεηλατήθηκαν συστηματικά. Κάθε ομάδα λεηλασίας άφηνε στην είσοδο μια μικρή σημαία για να δείχνει πότε ένα σπίτι είχε εκκενωθεί εντελώς. Οι ένοικοι μεταφέρονταν μαζί με τα υπάρχοντά τους.Όποιος κατέρρεε από αδυναμία σφαζόταν, μαζί με έναν αριθμό παιδιών που θεωρήθηκε ότι δεν είχαν αξία. Γενικά όμως τώρα δεν θυσίαζαν τις ζωές των αιχμαλώτων. Υπήρχαν ακόμη σπουδαίες βιβλιοθήκες στην πόλη, μερικές κοσμικές και πολύ περισσότερες σε μοναστήρια. Τα περισσότερα βιβλία κάηκαν, υπήρξαν όμως Τούρκοι αρκετά οξυδερκείς για να αντιληφθούν ότι αποτελούσαν αντικείμενα με εμπορική αξία και διέσωσαν έναν αριθμό ο οποίος αργότερα πουλήθηκε για λίγα νομίσματα σε όποιον ενδιαφερόταν.
Στις εκκλησίες γίνονταν σκηνές αίσχους. Πολλοί εσταυρωμένοι με πολύτιμες πέτρες μεταφέρθηκαν με τουρκικά σαρίκια να τους περιβάλλουν έκλυτα. Πολλά κτίρια έπαθαν ανεπανόρθωτες ζημιές.  Το βράδυ δεν υπήρχαν πολλά για να λεηλατηθούν και κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε όταν ο σουλτάνος κήρυξε ότι η λεηλασία έπρεπε πια να σταματήσει. Οι στρατιώτες είχαν πολλά για να τους κρατούν απασχολημένους για τις επόμενες δύο ημέρες, με το να μοιράζονται τη λεία και να μετρούν τους αιχμαλώτους. Κυκλοφορούσε η φήμη ότι υπήρχαν περίπου πενήντα χιλιάδες από αυτούς, από τους οποίους μόνο πεντακόσιοι ήταν στρατιώτες. Ο υπόλοιπος χριστιανικός στρατός είχε χαθεί, με εξαίρεση τους λίγους άνδρες που είχαν ξεφύγει δια θαλάσσης. Οι νεκροί, συμπεριλαμβανομένων των αμάχων θυμάτων της σφαγής, λέγεται ότι έφθαναν τους τέσσερις χιλιάδες.
Ο ίδιος ο σουλτάνος μπήκε στην πόλη αργά το απόγευμα. Συνοδευόμενος από τους εκλεκτότερους γενίτσαρους της φρουράς του και ακολουθούμενος από τους υπουργούς του προχώρησε αργά μέσα από τους δρόμους προς την εκκλησία της Αγίας Σοφίας. Μπροστά από τις πόρτες της αφίππευσε και έσκυψε να πάρει μια χούφτα χώμα το οποίο έχυσε επάνω από το σαρίκι του ως πράξη ταπεινοφροσύνης προς το Θεό του. Μπήκε στην εκκλησία και έμεινε για μια στιγμή σιωπηλός. Έπειτα, καθώς προχωρούσε προς το Ιερό, παρατήρησε έναν Τούρκο στρατιώτη που προσπαθούσε να σπάσει ένα κομμάτι από το μαρμάρινο δάπεδο. Γύρισε σ' αυτόν θυμωμένα και του είπε ότι στην άδεια για λεηλασία δεν συμπεριλαμβανόταν η καταστροφή των κτιρίων. Αυτά τα κρατούσε για τον εαυτό του. Υπήρχαν ακόμη μερικοί Έλληνες που κρύβονταν σε γωνίες και τους οποίους οι Τούρκοι δεν είχαν ακόμη δέσει για να τους πάρουν. Διέταξε να τους αφήσουν να πάνε στα σπίτια τους με την ησυχία τους. Έπειτα βγήκαν μερικοί ιερείς από τα μυστικά περάσματα πίσω από το Ιερό και ζήτησαν το έλεός του. Κι αυτούς τους απομάκρυνε υπό προστασία. Επέμεινε όμως ότι η εκκλησία θα έπρεπε να μετατραπεί αμέσως σε τζαμί. Ένας από τους ουλεμάδες του ανέβηκε στον άμβωνα και προσκύνησε το νικηφόρο Θεό του.
Φεύγοντας από τη μητρόπολη ο σουλτάνος πήγε στην απέναντι πλευρά της πλατείας, στο παλιό Ιερό Παλάτιο. Καθώς περνούσε από τους μισοερειπωμένους διαδρόμους και τις αίθουσές του λέγεται ότι μουρμούρισε τα λόγια ενός Πέρση ποιητή: «Η αράχνη υφαίνει τις κουρτίνες στο παλάτι των Καισάρων, η κουκουβάγια κρώζει στις περιπόλους, στους πύργους του Αφρασιάμπ».  Με την περιοδεία του σουλτάνου μέσα από την πόλη η τάξη αποκαταστάθηκε. Ο στρατός του είχε κορεσθεί από λάφυρα και η στρατονομία του μερίμνησε ώστε οι άνδρες να επιστρέψουν στους καταυλισμούς τους. Ο ίδιος επέστρεψε στο στρατόπεδό του μέσα από έρημους δρόμους.
Την επομένη διέταξε να παρουσιαστούν ενώπιόν του όλα τα λάφυρα και από αυτά διάλεξε το ποσοστό που εδικαιούτο ως αρχηγός. Μερίμνησε να δοθεί επίσης ένα δίκαιο μερίδιο στους στρατιώτες του τα καθήκοντα των οποίων δεν τους είχαν επιτρέψει να λάβουν μέρος στη λεηλασία. Για τον εαυτό του κράτησε όλα τα αιχμάλωτα μέλη των μεγάλων οικογενειών του Βυζαντίου και όσους από τους υψηλόβαθμους αξιωματούχους είχαν διαφύγει από τη σφαγή. Απελευθέρωσε αμέσως τις περισσότερες από τις ευγενείς αρχόντισσες, παρέχοντας σε πολλές από αυτές χρήματα ώστε να μπορέσουν να απελευθερώσουν τις οικογένειές τους. Αλλά κράτησε τους πιο όμορφους από τους νεαρούς γιους και τις κόρες τους για το σεράι του. Σε πολλούς άλλους νέους δόθηκε ελευθερία και αξιώματα στο στρατό του, υπό τον όρο ότι θα αποκήρυσσαν τη θρησκεία τους. Μερικοί από αυτούς αποστάτησαν, αλλά το μεγαλύτερο μέρος προτίμησε να δεχθεί την ποινή για την πίστη στο Χριστό.
Μεταξύ των Ελλήνων αιχμαλώτων ανακάλυψε το Λουκά Νοταρά, το Μέγα Δούκα, καθώς και περίπου εννέα άλλους υπουργούς του αυτοκράτορα. Τους απελευθέρωσε ο ίδιος από τους δεσμώτες τους και τους δέχθηκε ευγενικά, απελευθερώνοντας το Μέγα Δούκα και δύο ή τρεις άλλους. Πολλοί όμως από τους άλλους αξιωματούχους του Κωνσταντίνου, μεταξύ των οποίων και ο Φραντζής, δεν αναγνωρίστηκαν και παρέμειναν στην αιχμαλωσία. Στους Ιταλούς αιχμαλώτους δεν επιδείχθηκε παρόμοιος οίκτος. Ο Μινόττο, ο Βενετός βάιλος, θανατώθηκε μαζί με έναν από τους γιους του και επτά από τους κυριότερους συμπατριώτες του. Μεταξύ τους ήταν ο Καταρίνο Κονταρίνι, ο οποίος είχε ήδη εξαγοραστεί από τα στρατεύματα του Ζαγανός πασά, αλλά ο οποίος συνελήφθη και πάλι και ζητήθηκαν άλλες επτά χιλιάδες χρυσά νομίσματα για την απελευθέρωσή του. Αυτό ήταν ένα ποσό το οποίο δεν μπορούσε να πληρώσει κανείς από τους φίλους του. Ο Καταλανός πρόξενος, ο Περέ Χούλια, επίσης εκτελέστηκε, μαζί με πέντε ή έξι συμπατριώτες του. Ο αρχιεπίσκοπος Λεονάρδος είχε αιχμαλωτιστεί, αλλά δεν αναγνωρίστηκε και σύντομα εξαγοράστηκε από εμπόρους του Πέραν οι οποίοι είχαν σπεύσει στο τουρκικό στρατόπεδο για να σώσουν Γενοβέζους συμπατριώτες τους. Ο καρδινάλιος Ισίδωρος ήταν ακόμη πιο τυχερός. Είχε πετάξει τα εκκλησιαστικά του άμφια, δίνοντάς τα σε ένα ζητιάνο και φορώντας αντί γι' αυτά τα ράκη του ζητιάνου. Ο ζητιάνος συνελήφθη και θανατώθηκε, και το κεφάλι του επιδεικνυόταν ως το κεφάλι του καρδιναλίου, ενώ ο Ισίδωρος πουλήθηκε για ένα μηδαμινό ποσό σε έναν έμπορο του Πέραν που τον είχε αναγνωρίσει. Ο Τούρκος πρίγκιπας Ορχάν είχε επίσης προσπαθήσει να διαφύγει μεταμφιεσμένος. Είχε δανειστεί το ράσο ενός Έλληνα μοναχού, ελπίζοντας ότι η τέλεια γνώση του των Ελληνικών θα τον γλίτωνε από υποψίες. Αλλά αιχμαλωτίστηκε, προδόθηκε από ένα συγκρατούμενό του και αποκεφαλίστηκε επιτόπου. Η γενοβέζικη γαλέρα στην οποία είχε μεταφερθεί ο τραυματισμένος Τζουστινιάνι ήταν μία από εκείνες που κατόρθωσαν να διαφύγουν από τον Κεράτιο. Ο Τζουστινιάνι αποβιβάστηκε στη Χίο και πέθανε εκεί μία ή δύο ημέρες αργότερα. Για τους οπαδούς του παρέμεινε ήρωας, αλλά οι Έλληνες και οι Βενετοί, όσο και αν είχαν θαυμάσει πολύ την ενεργητικότητα, τη γενναιότητα και την ηγεσία του σε όλη τη διάρκεια της πολιορκίας, θεώρησαν ότι στο τέλος είχε φανεί λιποτάκτης. Θα έπρεπε να είχε το θάρρος να αντιμετωπίσει τον πόνο και το θάνατο παρά να διακινδυνεύσει την ολοκληρωτική κατάρρευση της άμυνας με τη φυγή του. Πολλοί, ακόμη και μεταξύ των Γενοβέζων, αισθάνονταν ντροπή γι' αυτόν. Ο αρχιεπίσκοπος Λεονάρδος τον κατηγόρησε σφοδρά για τον άκαιρο τρόμο του.
Η τύχη των Ελλήνων αιχμαλώτων ποίκιλε. Μετά από τρεις ημέρες, όταν η επίσημη περίοδος της λεηλασίας είχε τελειώσει, ο σουλτάνος εξέδωσε μία προκήρυξη που έλεγε ότι όσοι Έλληνες είχαν ξεφύγει από την αιχμαλωσία ή είχαν εξαγοραστεί μπορούσαν να πάνε στα σπίτια τους, όπου η ζωή και η περιουσία τους θα παρέμεναν πλέον ανενόχλητα. Αλλά δεν υπήρχαν πολλοί από αυτούς, ούτε πολλά από τα σπίτια τους ήταν κατοικήσιμα. Λέγεται ότι ο ίδιος ο Μωάμεθ έστειλε τετρακόσια Ελληνόπουλα ως δώρα σε καθέναν από τους τρεις κυριότερους μωαμεθανούς δυνάστες της εποχής, το σουλτάνο της Αιγύπτου, το βασιλιά της Τυνησίας και το βασιλιά της Γρανάδας.
Πολλές ελληνικές οικογένειες δεν επρόκειτο να ξαναενωθούν. Ο Ματθαίος Καμαριώτης, στο θρήνο του για την πόλη, αφηγείται την απεγνωσμένη έρευνα που έκαναν αυτός και οι φίλοι του για να βρουν τους συγγενείς τους. Ο ίδιος έχασε γιους και αδελφούς. Για μερικούς έμαθε αργότερα ότι είχαν σκοτωθεί. Άλλοι απλά εξαφανίστηκαν, ενώ ένοιωσε τη ντροπή της ανακάλυψης ότι ο ανιψιός του είχε επιζήσει αποκηρύσσοντας την πίστη του.Η καλοσύνη που είχε δείξει ο Μωάμεθ στους επιζώντες υπουργούς του αυτοκράτορα είχε μικρή διάρκεια. 
Είχε αναφέρει ότι θα έκανε το Λουκά Νοταρά κυβερνήτη της κατακτημένης πόλης. Εάν αυτή ήταν η πραγματική του πρόθεση, σύντομα άλλαξε γνώμη. Η γενναιοδωρία του πάντοτε ελαττωνόταν από καχυποψία, και κάποιοι σύμβουλοι τον προειδοποίησαν να μην εμπιστεύεται το Μέγα Δούκα. Έθεσε λοιπόν την πίστη του σε δοκιμασία. Πέντε ημέρες μετά την άλωση της πόλης παρέθεσε ένα συμπόσιοΣτη διάρκειά του, όταν είχε βαρύνει για τα καλά από το κρασί, κάποιος του ψιθύρισε ότι ο δεκατετράχρονος γιος του Νοταρά ήταν ένα παιδί με εξαιρετική ομορφιά. Αμέσως ο σουλτάνος έστειλε έναν ευνούχο στο σπίτι του Μέγα Δούκα απαιτώντας το παιδί να του σταλεί για την ευχαρίστησή του. Ο Νοταράς, του οποίου οι δύο μεγαλύτεροι γιοι είχαν σκοτωθεί μαχόμενοι, αρνήθηκε να θυσιάσει το παιδί σε μια τέτοια τύχη.
Στη συνέχεια στάλθηκε η αστυνομία να φέρει το Νοταρά με το γιο του και το νεαρό γαμπρό του, το γιο του Μεγάλου Δομέστιχου Ανδρόνικου Καντακουζηνού, ενώπιον του σουλτάνου. Όταν ο Νοταράς εξακολούθησε να αψηφά το σουλτάνο, δόθηκαν διαταγές να αποκεφαλιστούν επιτόπου ο ίδιος και τα δύο αγόρια. Ο Νοταράς ζήτησε απλά να εκτελεστούν πριν από εκείνον, μήπως το θέαμα του θανάτου του τα έκανε να λιποψυχήσουν. Όταν χάθηκαν και τα δύο, ξεσκέπασε το λαιμό του στο δήμιο. Την επομένη συνελήφθησαν άλλοι εννέα Έλληνες ευγενείς και στάλθηκαν στο ικρίωμα. Αργότερα λέγεται ότι ο σουλτάνος μετάνιωσε για τους θανάτους τους και ότι τιμώρησε τους συμβούλους που είχαν εγείρει τις υποψίες του. Είναι όμως πιθανό ότι η μετάνοιά του ήταν επίτηδες καθυστερημένη. Είχε αποφασίσει να εξοντώσει τους κυριότερους κοσμικούς αξιωματούχους της παλαιάς αυτοκρατορίας .  Οι γυναίκες τους περιέπεσαν και πάλι στην αιχμαλωσία και αποτέλεσαν τμήμα της μακράς πομπής των αιχμαλώτων που συνόδευσε την Αυλή κατά την επιστροφή της στην Αδριανούπολη. Η χήρα του Νοταρά πέθανε καθ' οδόν στο χωριό Μεσσήνη. Ήταν από αυτοκρατορική γενιά και η σπουδαιότερη δέσποινα στο Βυζάντιο μετά το θάνατο της βασιλομήτορος, ενώ απολάμβανε βαθύτατου σεβασμού ακόμη και από τους αντιπάλους του άνδρα της για την αξιοπρέπεια και τη φιλανθρωπία της. Μία από τις κόρες της, η Άννα, είχε ήδη διαφύγει στην Ιταλία με μερικούς από τους θησαυρούς της οικογένειας.
Ο Φραντζής, του οποίου το μίσος για το Μέγα Δούκα δεν είχε κατευναστεί ούτε από τις αμοιβαίες δυστυχίες τους και ο οποίος παρέθεσε μια πικρόχολη, σκληρή και αναληθή περιγραφή του θανάτου του, χρειάστηκε να υποστεί ο ίδιος μια παρόμοια τραγωδία. Ήταν σκλάβος επί δεκαοκτώ μήνες στο υπηρετικό προσωπικό του επικεφαλής των αλόγων του σουλτάνου, προτού κατορθώσει να απελευθερώσει τον εαυτό του και τη γυναίκα του. Τα δύο παιδιά του όμως, και τα δύο βαφτισμένα από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο, κλείστηκαν στο σεράι του σουλτάνου. Το κορίτσι, η Θάμαρ, πέθανε εκεί σε παιδική ηλικία, ενώ το αγόρι θανατώθηκε από το σουλτάνο επειδή αρνήθηκε να υποκύψει στις ακόλαστες επιθυμίες του.

Πηγή: (Steven Runciman, Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης 1453, Μετάφραση – Επιμέλεια Νίκος Νικολούδης), Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον & tideon.org

Ο ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΜΑΛΛΙΑΡΑ ΣΚΥΛΙΑ, ΟΠΟΥ ΚΑΝΟΥΝ ΘΕΛΗΜΑΤΑ… (Δ. Νατσιός) «Ἴσως κάτω ἀπὸ τὰ μπάζα τῆς ἀσημαντοκρατίας κρύβεται ἡ ἀληθινὴ Ἑλλάδα…».

 Κολοκοτρώνης κα τ μαλλιαρ σκυλιά,ποὺ κάνουν θελήματα…

Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος-Κιλκίς

.               Λίγο πρὶν συλλάβει ἡ βαυαρικὴ ἀντιβασιλεία τὸν «προδότη» τοῦ Ἔθνους, Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ὁ Ἄρμανσπεργκ, θέλοντας νὰ τὸν δοκιμάσει, τοῦ εἶπε:
-Ἔχεις πολλοὺς ἐχθρούς, στρατηγέ.
-Ἔχω παραδέχτηκε ὁ Κολοκοτρώνης, μὰ δύο ἀπ’ αὐτούς, στέκονται οἱ χειρότεροι ἀπ’ ὅλους.
-Καὶ ποιοί εἶναι οἱ δύο αὐτοὶ ἐχθροί σου; ρώτησε περίεργα ὁ προϊστάμενος τῶν ἀντιβασιλιάδων.
Ὁ Γέρος τοῦ ἀποκρίθηκε:
-Ὁ ἕνας τ’ ὄνομά μου κι ὁ ἄλλος οἱ δούλεψές μου γιὰ τὴν πατρίδα.
(Δ. Φωτιάδης, «Κολοκοτρώνης», ἔκδ. «Ζαχαρόπουλος» σελ. 13).

.                 Αὐτὰ γίνονται τὸν Σεπτέμβρη τοῦ 1833. Μάλιστα -νὰ γράψουμε καὶ κάτι νόστιμο ἀπὸ τὴν εὐφυῆ θυμοσοφία τοῦ Κολοκοτρώνη- ἔστειλαν ἕνα «τσοῦρμο», σαράντα «χωροφύλακες» γιὰ νὰ ἁλυσοδέσουν, ποιόν; τὸ ἀθάνατο Εἰκοσιένα. Ἀρχηγός τους κάποιος εὐτελὴς καὶ γλοιώδης μοίραρχος, ὀνόματι Κλεώπας. Μόλις τὸν εἶδε ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ, εἶπε:
-Τί χρειαζόταν, ὠρὲ Κλεώπα, τόσο ἀσκέρι; Ἔφτανε νὰ μοῦ στείλουν ἕνα σκυλὶ μαλλιαρό, ἀπὸ ἐκεῖνα ὅπου κάνουν θελήματα. Μ’ ἕνα γράμμα στὸ στόμα νὰ πάω στ’ Ἀνάπλι καὶ μ’ ἕνα φαναράκι νὰ φέγγει καὶ τῶν δυονῶν μας… (Ποῦ νὰ καταλάβει ὁ Κλεώπας ὅτι «τὸ μαλλιαρὸ σκυλὶ γιὰ θελήματα» ἦταν ὁ ἴδιος. Γέμισε ὁ τόπος σήμερα ἀπὸ τέτοια μαλλιαρὰ σκυλιὰ καὶ κουτάβια, ὅπου κάνουν τὰ θελήματα τῶν ἀφεντάδων τους…).
.               Θυμήθηκα τὴν ἀπάντηση τοῦ Κολοκοτρώνη στὸν Βαυαρὸ ἀντιβασιλέα, ἀκούγοντας τὶς ἀπειλὲς ποὺ νυχθημερὸν ἐκτοξεύονται ἀπὸ τοὺς «εὐκλεεῖς» γείτονές μας καὶ τοὺς ποικιλώνυμους «ἑταίρους» μας. Κανονικὰ τὰ κανάλια, μαζὶ μὲ τὸ δελτίο καιροῦ, πρέπει νὰ καθιερώσουν καὶ ἕνα δελτίο ἀπειλῶν καὶ ὕβρεων ποὺ ἐξεμοῦν κατὰ τῆς πατρίδας μας.
.                 Καὶ ἀναρωτιέσαι γιατί; Τὴν ἀπάντηση τὴν ἔδωσε ὁ Κολοκοτρώνης. Γιὰ δύο λόγους:
.           Ὁ ἕνας εἶναι τὸ ὄνομά μας. Ἑλλάς, Ἕλληνας, «τιμιωτέρα ἰδιότης» δὲν ὑπάρχει στὴν οἰκουμένη. Ὁ δεύτερος εἶναι οἱ «δούλεψές μας» γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα. Εἶναι ὁ Ἑλληνισμός, πηγὴ ἀείροος, ποὺ ἄρδευσε καὶ δρόσισε τὸν κόσμο ὅλο. Θὰ περιοριστῶ στοὺς ὅμορους “φίλους”…
.              Συνορεύουμε βόρεια καὶ ἀνατολικὰ μὲ τέσσερις χῶρες. Ἀλβανία, Σκόπια, Βουλγαρία καὶ Τουρκία.
.            Οἱ Ἀλβανοὶ μετατρέπονται σ’ αὐτὸ ποὺ γνωρίζουν καλά, σὲ Τουρκαλβανούς. Στὴν ἱστορία ἔτσι τοὺς γνωρίσαμε. Ὅποτε ὁ σουλτάνος, τὸ “γομάρι” ποὺ λέει καὶ ὁ Μακρυγιάννης, ἤθελε νὰ σφάξει καὶ νὰ ρημάξει ἕναν τόπο ἑλληνικό, ποιούς ἔστελνε; Τους Τουρκοαλβανούς.
.            Στὰ 1780 κατέστρεψαν τὴν Πελοπόννησο, τότε χάθηκε τὸ κολοκοτρωναίικο, γλίτωσαν λίγοι, μεταξὺ αὐτῶν καὶ ὁ Θοδωράκης, γιατί ἦταν θέλημα Θεοῦ νὰ ζήσει. Καὶ ἀργότερα, κατὰ τὴν περίοδο τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγώνα, τὰ ἴδια ἔκαναν τὰ «ταγκαλάκια», ὅπως τοὺς ὀνομάζει ὁ Γέρος στὰ ἀπομνημονεύματά του. Τὸ 1940 δέκα τάγματα Ἀλβανῶν, ἀκολουθοῦν σὰν ὕαινες τοὺς Ἰταλοὺς μὲ σκοπό, τί ἄλλο; Τὸ πλιάτσικο, τὴν ἁρπαγή, τοὺς βιασμοὺς καὶ δολοφονίες. Αὐτά, δηλαδὴ ποὺ ἔπραξαν  κατὰ τὴν περίοδο τῆς κατοχῆς οἱ μωαμεθανοὶ τσάμηδες. Καὶ τώρα ὀνειροφαντάζονται «μεγάλες Ἀλβανίες», ποιοί; Αὐτοὶ ποὺ ποτὲ δὲν πολέμησαν γιὰ τὴν πατρίδα τους, ἡ ὁποία τοὺς χαρίστηκε χάρις στὴν κακουργία τῶν Ἰταλῶν καὶ Αὐστριακῶν κυρίως. (Μαθαίνουμε σὲ χιλιάδες Ἀλβανοὺς γράμματα στὰ σχολεῖα μας. Ὅμως μ’ αὐτὰ ποὺ λέει ὁ ἀνισόρροπος Ράμα, τὸ τσιράκι τοῦ Ἐρντογάν, καὶ ποὺ σίγουρα κάποιοι, μᾶλλον οἱ περισσότεροι ἐν Ἑλλάδι Ἀλβανοὶ τὰ υἱοθετοῦν καὶ τὰ συζητοῦν στὰ σπίτια τους, σὲ λίγο καιρὸ τὴν σαχλαμάρα ποὺ κάνουν μὲ τὰ χέρια τους, ἀναπαριστώντας ἐκεῖνο τὸ ἐρεβῶδες ὄρνεο τῆς σημαίας τους, δὲν θὰ τὴ βλέπουμε μόνο στὰ στρατόπεδα, ἀλλὰ καὶ στοὺς αὔλειους σχολικοὺς χώρους. Τὰ περὶ ἀφομοιώσεως βρίσκονται μόνο στὰ μυαλὰ τῶν ἐθνομηδενιστῶν. Τώρα ποὺ μᾶς χρειάζονται οἱ πατρικὲς ὁρμήνειες τοῦ Κολοκοτρώνη καὶ τοῦ Καραϊσκάκη, τὸ ὑπουργεῖο ἀνθελληνισμοῦ, διὰ τοῦ ΙΕΠ, προσπαθεῖ νὰ τοὺς ἐξαφανίσει ἀπὸ τὰ σχολεῖα, ἀπὸ τὰ βιβλία ἱστορίας).
.               Πᾶμε στὸ δεύτερο ἀπολειφάδι τῆς γειτονιᾶς μας. Τὰ Σκόπια, τὸ περίπου κράτος, θνησιγενὲς ἐξάμβλωμα, κατασκεύασμα εὐκαιριακό. Τὸ 1941, ὅταν οἱ Γερμανοί, τὰ στίφη τῶν βαρβάρων, εἰσβάλλουν στὴν πατρίδα μας, αὐτοί, ἀπόνερα τῶν κομιτατζήδων -κομιτατζής: συνώνυμο τῆς κτηνωδίας- τοὺς ἔραιναν μὲ ροδοπέταλα. Ὁ Κροάτης καὶ μέγας μισέλλην Τίτο τοὺς ἔκανε κράτος, τοὺς βάφτισε «Μακεδόνες» καὶ τὸ πίστεψαν οἱ ἀπατεῶνες τῆς ἱστορίας. Θὰ μποροῦσε νὰ τοὺς πεῖ Σέρβους, Κροάτες, Ἀλβανούς, Αὐστριακούς, Κινέζους… Ὄχι. Μακεδόνες, τὴν Ἑλλάδα εἶχε σκοπὸ νὰ προσβάλλει ὁ Τίτο, ποὺ πολλοὶ ἡμέτεροι κρετίνοι θαύμαζαν καὶ θαυμάζουν. Ὅσο ἔκαναν τὶς βρωμοδουλειὲς τῶν Ἀμερικανῶν καὶ τῶν Τούρκων καὶ ἔρρεαν τὰ δολάρια, ἐπιδίδονταν σὲ λεονταρισμοὺς καὶ ἔφτασαν στὸ ἔσχατο σημεῖο τῆς ξεφτίλας καὶ τῆς ὕβρεως, ὥστε νὰ αὐτοχειροτονοῦνται ἀπόγονοι τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου. Τώρα ποὺ ἄλλαξαν οἱ ἰσορροπίες καὶ δὲν βρίσκουν πάτρωνα, ἢ καλύτερα «πορνοβοσκό», ἀκοῦν τὸ «οὐκ οἶδα ὑμᾶς». Θὰ διαλυθοῦν, κανεὶς δὲν θὰ λυπηθεῖ, γιατί τὴν ὕβριν ἀκολουθεῖ ἡ νέμεσις. Ζοῦν ἐκεῖ 200.000-250.000 χιλιάδες Ἕλληνες καὶ κάποιες πάλαι ποτὲ ἀνθηρὲς ἑλληνίδες πόλεις – Μοναστήρι, Στρώμνιτσα, Κρούσοβο, Ἀχρίδα, Δοϊράνη– μήπως ἦρθε ἡ ὥρα νὰ ἐπανέλθουν στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μάνας;
«Τὸ σπίτι ποὺ γεννήθηκα
κι ἂς τὸ πατοῦν ξένοι
στοιχειὸ εἶναι καὶ μὲ προσκαλεῖ
ψυχὴ καὶ μὲ προσμένει»,  γράφει ὁ Παλαμᾶς.
.             Ἔχουμε καὶ τοὺς Βούλγαρους. Ξεδοντιασμένοι τώρα καὶ «εὐγνώμονες», γιατί ὅλη ἡ βιομηχανικὴ καὶ βιοτεχνικὴ Βόρειος Ἑλλὰς μετακόμισε στὴν χώρα τους, ὅπου δὲν ὑπάρχουν μνημόνια καὶ φορολογικὲς λερναῖες ὕδρες. Βεβαίως ἡ Παναγία ἡ Εἰκοσιφοίνισσα ἀκόμα περιμένει τὰ διαγουμισμένα κειμήλιά της καὶ σίγουρα κάποιοι ἀκαδημαϊκοὶ καὶ πολιτικοὶ “κύκλοι” τῆς Σόφιας μελετοῦν τὸν χάρτη τῆς συνθήκης τοῦ Ἁγίου Στεφάνου καὶ βαριαναστενάζουν…
.                 Καὶ τέλος τὸ λυσσασμένο ἀγαρηνὸ σκυλί, ἡ Τουρκιά, ἴδια πάντοτε, αἱμοχαρὴς καὶ ὑπερφίαλη, μάστιγα τῆς Ἀσίας καὶ κατάρα τῶν Βαλκανίων. Ὁ κοινὸς νοῦς βλέποντας τὶς δηλώσεις, τὶς προκλήσεις, τὶς ἐξωφρενικὲς καὶ ποταπὲς ἀπαιτήσεις, σκέφτεται ὅτι ἐπιδιώκει τὴν σύρραξη. Ἔχοντας ἀπέναντί της μία ἡγεσία «ἀγραβάτωτη» καὶ πνιγμένη στὴν ἰδεοληψία της, ἄθεο σκορποχώρι, ποὺ δὲν ἔχει συνέλθει ἀκόμη ἀπὸ τὴν παταγώδη καθίζηση τοῦ ὑπαρκτοῦ σοσιαλισμοῦ καὶ τὴν καθολικὴ χρεωκοπία τοῦ σοβιετικοῦ συστήματος καὶ ἕναν λαὸ ἀποχαυνωμένο σὲ μάζα βουλιμικὰ φιλοθεάμονα -κάτι σὰν «γαλαρία» σχολικοῦ λεωφορείου ποὺ τὸ «γλεντάει» φαιδρολογώντας, μικρολογώντας καὶ ἐπιχαίροντας γιὰ τὰ δεινὰ τῶν γυμνοσάλιαγκων «παικτῶν» τοῦ survivor- συμπεραίνει ὅτι “θὰ ἀνοίξει τὴν πόρτα τοῦ τρελοκομείου”, θὰ χτυπήσει. Τί θὰ γίνει; Κανεὶς δὲν ξέρει.
.               Νὰ ἐπιστρέψω πάλι στὴν ἁγιασμένη Ἐπανάσταση τοῦ ᾽21 καὶ νὰ ὑπενθυμίσω αὐτὸ ποὺ ἔγραψε ὁ Ὀδυσσέας Ἀνδροῦτσος στὸν Κολοκοτρώνη, ὅταν στὴν ἀρχὴ τῆς Ἐθνικῆς Ἐπανάστασης ἐρίζουν οἱ καπεταναῖοι γιὰ τὰ πρωτεῖα καὶ ἡ δολερὴ διχόνοια χαμογελοῦσε «καθενὸς» μὲ τὸ σκῆπτρο της. «Σᾶς στέλνω τὸν Δράμαλη μὲ 30.000 ἀσκέρι γιὰ νὰ μονοιάσετε». Εὔχομαι μὴν μᾶς ἔλθουν πάλι ἀσκέρια ἀπὸ τῆς Ἀνατολῆς τὰ μέρη, γιατί τώρα δὲν ἔχουμε Κολοκοτρωναίους καὶ Παπαφλέσσηδες ποὺ ἦταν «ἱκανοὶ νὰ ἀποβάλουν τὴν σουλτανικὴ δουλεία μὲ σκέτο σαπουνόνερο», ὅπως γράφει ὁ Ἐλύτης.
.              Γράφω “τώρα”. Ἴσως κάτω ἀπὸ τὰ μπάζα τῆς ἀσημαντοκρατίας κρύβεται ἡ ἀληθινὴ Ἑλλάδα…

Δημήτρης Νατσιὸς  δάσκαλος-Κιλκὶς

Ἅγιος Παΐσιος: «Πιστεύω δὲν θὰ τὴν ἀφήση τὴν Ἁγια Σοφιά μας στὰ χέρια τῶν βρώμικων Τούρκων»

Τὴν παροῦσα ἐπιστολὴ ἀπέστειλε ὁ μακαριστὸς Γέροντας Παΐσιος τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1974 σὲ κάποιον νέο ὁ ὁποῖος ἀργότερα ἔγινε μοναχὸς κοντά του.
«Ἀγαπητέ μου ἀδελφὲ Ἰωάννη, 
Εὔχομαι ὁ Θεὸς νὰ δώση γρήγορα νὰ ἔλθη ἡ χάση τοῦ τουρκικοῦ φεγγαριοῦ. Ἀμήν. Τοῦ Ἁγίου Δημητρίου κλείνω δύο χρόνια πού προσευχήθηκα στὴν Ἁγία Σοφιά μας καὶ εἶπα τὰ παράπονά μου στὸν καλὸν Θεόν. Μὲ κατάλαβε ὁ Τοῦρκος φύλακας πού προσευχόμουν καὶ μὲ ἔδιωχνε ἔξω κ.τ.λ. καὶ πρόσθεσα καὶ ἄλλα παράπονα στὸν Θεόν. Πιστεύω δὲν θὰ τὴν ἀφήση τὴν Ἁγία Σοφιά μας στὰ χέρια τῶν βρώμικων Τούρκων. Εἶναι ἕνας λαὸς σὰν τοὺς γύφτους, βρώμικος καὶ φοβιτσιάρικος. Τώρα δὲν ἔχουν ἰδανικά, διότι πρὶν πιστεύανε στὸν Μωάμεθ, ἀργότερα στὸν Κεμάλ. Τώρα οὔτε στὸ Μωάμεθ πιστεύουν (γιατί μορφώθηκαν κάπως καὶ εἶδαν ὅτι ἦτο ἕνας ἀγύρτης ὁ Μωάμεθ) οὔτε καὶ στὸν Κεμὰλ πιστεύουν, ἄλλα στὴν σαρκολατρεία. Ἐνῶ ἐμεῖς πιστεύουμε στὸ Χριστό, ὁ Ὁποῖος ἔχει συνέχεια τὴν θεϊκή Του ἀξία. Καὶ ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει πάντα ἰδανικὰ καὶ τὸν Χριστὸ μὲ τὴν Παναγία μαζί του. 
Μὲ ἀγάπη Χριστοῦ Μοναχὸς Παϊσιος»
Σημείωσις: Προκειμένου νὰ διευκολυνθῆ ὁ ἀναγνώστης, κρίθηκε σκόπιμο ὥστε, τὸ ἰδιόγραφο «κοχλιοειδὲς» κείμενο (γύρω ἀπὸ τὴν Ἁγία Σοφία) τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Παϊσίου νὰ στοιχειοθετηθῆ σὲ ὁριζόντια διάταξη. Σημειωτέον ὅτι τὸ κείμενο αὐτὸ ἀποτυπώνει ἀκριβῶς τὸ κείμενο τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Γέροντα.
ΔΕΙΤΕ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΟΛΗ....

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Μαρτυρίες προσκυνητῶν σελ.: 376 

ΥΠΕΡΤΑΤΗ ΑΞΙΑ Η ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΗΣ ΚΑΡΕΚΛΑΣ

Όσες φορές η Ελλάδα έμεινε για λίγο ανεξάρτητη από εξωτερική κηδεμονία χρεοκόπησε. Με αυτό το πολιτικό σύστημα που έχει, εδώ και 200 χρόνια, απλά δεν μπορεί να αυτοδιοικηθεί. Ακόμα και σήμερα, εν μέσω της νέας χρεοκοπίας, το πολιτικό σύστημα αρνείται να αναλάβει την αυτοδιοίκηση της χώρας και μας παραδίδει στους ξένους.

Αρνείται να φτιάξει ένα δικό του πρόγραμμα εξόδου

από την κρίση. Αρνείται έστω και τυπικά να αναλάβει την ιδιοκτησία των μνημονίων που το ίδιο υπογράφει.

Προτιμά να αποφεύγει το πολιτικό κόστος της χρεοκοπίας που το ίδιο προκάλεσε και τα φορτώνει όλα στους ξένους, οι οποίοι κατάλαβαν τι συμβαίνει και όρμησαν να αρπάξουν τη χώρα.

Υπέρτατη αξία έχει αναχθεί η διατήρηση της καρέκλας, σε μια χώρα που βουλιάζει στην παρακμή στην εξαθλίωση και στην αναξιοπρέπεια.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...