Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2015

ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΣ ΚΑΙ ΔΙΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΣ (3)

Συνέχεια από:Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2015

ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΟ (1975)

Του Hans-Georg Gadamer.
       
   "Αλήθεια και Μέθοδος 2", κ,16.
     
     Η τελευταία σύνθεση, η οποία σαν συστηματική φιλοσοφική κατασκευή επηρέασε τα μέγιστα, υπήρξε η σύνθεση του γερμανικού ιδεαλισμού. Έτσι εξηγείται και το γεγονός ότι οι διάδοχοι του Κάντ επανέφεραν την θεμελίωση όλης της γνώσεως στην πρώτη και υπέρτατη αρχή της αυτοσυνειδησίας (το νέο summum Bonum). Αυτό σημαίνει μάλιστα, όπως το είχε πεί και ο Κάντ, μία "επανάσταση Κοπερνικάνα". Με το γέμισμα με περιεχόμενο, της τυπικής έννοιας τής αυτογνωσίας [όπως ο Αυγουστίνος πρώτος γέμισε γνώση την πίστη], ασχολήθηκαν οι διάδοχοι του Κάντ. Ο Σέλλινγκ σχεδίασε μία φιλοσοφία της φύσεως, η οποία έπρεπε να δημιουργήσει την απόδειξη του ιδεαλισμού στο πεδίο της φυσικής, καθότι στην σύσταση των δυνάμεων η φύση φτάνει την μέγιστη δύναμη όταν η αστραπή που προέρχεται απο το απόλυτο [η έμπνευση, η μυστικιστική εμπειρία], ωριμάζει την αυτοσυνειδησία. Ο Χέγκελ στη συνέχεια, πηγαίνοντας πέρα απο τον Σέλλινγ, επανέφερε ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστορικής συνειδήσεως στην έννοια του ιδεαλισμού, και στην βάση τής διαλεκτικής τής έννοιας του ιδεαλισμού, και στην βάση της διαλεκτικής τής έννοιας της ζωής, έφτασε τέλος στην έννοια τής αυτοσυνειδησίας.
          Τοιουτοτρόπως ετοιμάστηκε σιγά-σιγά, ο ρόλος που έπρεπε να διαδραματίσει στην συνέχεια στην φιλοσοφία του XIX και XX αιώνος, η έννοια της ζωής. Το καθοριστικό πέρασμα βρίσκεται στην φαινομενολογία τού Χέγκελ, στο διάσημο κεφάλαιο το οποίο φανερώνει την σημασία της εργασίας. Η αληθινή αυτογνωσία θεμελιώνεται στην εργασία. Καθώς αποτυπώνεται στο άλλο, η επεξεργασμένη με την εργασία μορφή, κατορθώνεται η ιδιοποίηση του ξένου [διάσημη έννοια του Ακινάτη, η οποία χρησιμοποιήθηκε για την ιδιοποίηση των ιδιοτήτων των προσώπων της Αγίας Τριάδος, των σχέσεων τους και η οποία γέννησε την θεωρία της Αναλογίας που κυριαρχεί στην Θεολογία].
          Αυτή είναι η πρώτη υψηλή μορφή αυτογνωσίας, ξεκινώντας απο την οποία, η οδός αυτή μας κατευθύνει στην πιό υψηλή αυτοσυνειδησία του πνεύματος.
          Σ'αυτή την οδό βρίσκεται η κριτική τής αυτοσυνειδησίας, έτσι όπως διενεργήθηκε απο τον Μάρξ και απο την κριτική τής ιδεολογίας και μέχρι σήμερα, μάλιστα αυτή η κριτική κυριαρχεί, αρχής γενομένης απο τον Νίτσε, την φιλοσοφική σκέψη. Με μία πολύ γνωστή διατύπωση ο Νίτσε επιτέθηκε στην ιδεαλιστική αρχή της αυτοσυνειδησίας, επαναλαμβάνοντας μάλιστα τον Καρτέσιο, λέγοντας: "Πρέπει να αμφιβάλλουμε ακόμη πιό βαθειά". Απο τότε και στο εξής, μας φαίνεται σαν μία απλότης και αγαθότης, να εκλαμβάνουμε σαν απαράβατα γεγονότα, τις βεβαιώσεις τής αυτοσυνειδησίας. Ο Νίτσε ήδη αναφέρεται στην λειτουργία τού ονείρου, την οποία αργότερα ο Φρόϋντ θα την τοποθετήσει στο κέντρο, όταν λέει πώς ένας που κοιμάται βαθειά επανερμηνεύει τον ήχο του ξυπνητηριού, σαν κανονιά και ονειρεύεται στην συνέχεια μία ολόκληρη πεδινή μάχη, μόνο και μόνο για να μήν ξυπνήσει. Αυτό που ενώνει τον Μάρξ, τον Νίτσε και τον Φρόϋντ είναι οπωσδήποτε το γεγονός πώς δέν πιστεύουν πώς μπορεί να εκληφθεί σαν θετικό αυτό που μας δίνει η αυτοσυνειδησία σαν ένα απόλυτο δεδομένο. Απο εδώ προκύπτει και ο νέος ρόλος που περιέχει η έννοια της ερμηνείας. Ας σκεφθούμε τον διάσημο λόγο του Νίτσε: "Εγώ δέν γνωρίζω ηθικά φαινόμενα. Γνωρίζω μόνον μία ηθική ερμηνεία των φαινομένων". Η γλωσσική χρήση τής λέξεως "ερμηνεία" στον Νίτσε είναι καθαυτή μία επανάληψη μίας λέξης  η οποία προέρχεται απο την επαγγελματική γλώσσα των φιλολόγων. Αλλά φυσικά έχει μία βαθύτατη σημασία το γεγονός ότι αυτή η γλωσσική χρήση της "ερμηνείας" υψώθηκε, πέραν της χρήσεως της απο τους φιλολόγους, στο επίπεδο μίας βασικής κατηγορίας της μοντέρνας φιλοσοφίας. Ακόμη και η Χαϊντεγκεριανή επανάληψη της έννοιας διαχωρίζει απο το ένα μέρος την ιδιαίτερη και αληθινή της επανάληψη, αλλά ταυτόχρονα και την κριτική ανάπτυξη της έννοιας του φαινομένου τής φαινομενολογίας του Χούσσερλ.
          Τί συμβαίνει όμως τώρα στην προβληματική τής υποκειμενικότητος στο φώς του Χάιντεγερ και της κριτικής που άσκησε απέναντι στον Χούσσερλ; Είναι γνωστό ότι ο Χάϊντεγκερ ακόμη και στο Είναι και Χρόνος τροποποίησε την γλωσσική χρήση του "φαινομένου" στον Χούσσερλ, θεωρώντας ότι το αληθινό έργο της φαινομενολογίας ήταν να καθαρίσει την έννοια τού φαινομένου, κάτι που δέν είχε επιτευχθεί κατά την άποψη του με την απλή αποφθεγματική λέξη του Χούσσσερλ "στα ίδια τα πράγματα". Για νά αποκαλυφθεί κάτι, για να κατορθώσει να φανερωθεί, πρέπει να υπάρξει μία εμφάνιση αυτού που είναι κρυμμένο, απόκρυφο. Η λέξη "φαινομενολογία" λοιπόν δέν σημαίνει μόνον "περιγραφή του δεδομένου", αλλά περιέχει και την εμφάνιση αυτού που είναι κεκρυμμένο, το οποίο δέν πρέπει να υφίσταται αναγκαίως σε λανθασμένες θεωρητικές κατασκευές. Και έτσι ακριβώς πρωτοεμφανίστηκε η φαινομενολογική τέχνη της περιγραφής, σαν ξεκαθάρισμα δογματικών προκαταλήψεων, όπως για παράδειγμα των μηχανιστικών θεωριών του δόγματος της αντιλήψεως, της αισθήσεως ή επίσης των ηδονιστικών θεωριών. Αυτή ήταν η βασική ώθηση την οποία μπορούσαμε να ανιχνεύσουμε επί το έργον στην φαινομενολογική στροφή, όπως για παράδειγμα στον Pfander και στην σχολή του Theodor Lipps, αλλά και στον νεαρό Μάξ Σέλλερ! Ο ίδιος ο Χούσσερλ εξαλλου μιλά και για αισθησιακά στοιχεία στο φαινόμενο της αισθήσεως, τα οποία ονομάζει "υλιστικά δεδομένα", αλλά αυτός το κάνει για να τονίσει τους καθορισμένους τυπικούς χαρακτήρες που περιέχονται στην αίσθηση και για να φανερώσει εις βάθος το σωματικό δεδομένο του αντικειμένου της αισθήσεως.
          Η κριτική του Χάιντεγκερ υπήρξε πιό ριζική. Αφορούσε την ίδια την έννοια του φαινομένου και του σωματικού δεδομένου τής αισθήσεως, διότι αυτή σε τελευταία ανάλυση, στον Χούσσερλ, αναφέρεται στην αποδεικτική βεβαιότητα της αυτοσυνειδησίας. Με την εισαγωγή τής έννοιας της καθαρής παρουσίας και με τον προβληματισμό της μέσω τής έννοιας τού χειροπιαστού είναι, και του Dasein, του είναι εδώ και τώρα, ο Χάιντεγκερ υπερέβη κριτικά την έννοια, τον ορίζοντα του χρόνου, και μ'αυτό ακόμη και την ίδια την υπέρβαση της χρονικής συνειδήσεως, η οποία είχε περιγραφεί με τόση τέχνη απο τον Χούσσερλ. Απέδειξε ότι αυτό το υποτιθέμενο δεδομένο παραμένει στον κύκλο της ελληνικής εμπειρίας του Είναι. Αυτό ισχύει για όλο αυτό που εξυπακούεται στην έννοια του υπερβατικού Εγώ και της αποδεικτικής του βεβαιότητος, όπου συστήνονται τα φαινόμενα.
          Ήδη ο Αυγουστίνος είχε επεξεργαστεί τις απορίες τής χρονικής συνειδήσεως για την οποία το "τώρα" για την ακρίβεια δέν "είναι" καθότι ήδη στην ταυτοποίησή του έχει παρέλθει, έχει περάσει. Ο Χούσσερλ είδε καθαρά λοιπόν πώς και η ουσία τής αυτοσυνειδήσεως, ενώ προσπαθεί να αναπαραστήσει το είναι της, μπλέκεται στις απορίες της χρονικότητος. Ο στοχαζόμενος εαυτός (se) γκρεμίζεται σε μία ασυγκράτητη πρόοδο αλληλεπιδράσεως, καθότι ο στοχασμός μπορεί πάντοτε να στοχαστεί γύρω απο το στοχαζόμενο se. Έτσι απο την ίδια σύσταση τού στοχασμού συνεπάγεται πώς πρέπει να χαθεί σε μία κενή αλληλεπίδραση. Αυτή είναι η έννοια μίας υπερβατικής υποκειμενικότητος του Χούσσερλ, η οποία εμπλέκει καθαυτή την ασυγκράτητη, κενή κούρσα τής αλληλεπιδράσεως.
          Το βήμα που έκανε ο Χάιντεγκερ βρίσκεται στο γεγονός ότι ανεκάλυψε και σ'αυτή την έννοια της αυτοσυνειδησίας την μυστική επιρροή της ελληνικής οντολογίας [η οποία δέν υφίσταται, είναι μία γερμανική κατασκευή] και στην αφαίρεση, απο την έννοια της συνειδήσεως, της αξίας της και της λειτουργίας της, τόσο βασικής στον υπερβατικό ιδεαλισμό.
Συνεχίζεται
Αμέθυστος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: