Πέμπτη 18 Ιουνίου 2015

PAUL FRIEDLȀNDER ΠΛΑΤΩΝ (15)

Συνέχεια από Τρίτη, 2 Ιουνίου 2015
                
  PAUL   FRIEDLȀNDER
                                                       Π Λ Α Τ Ω Ν

        ( 1ος τόμος:  Η αλήθεια της ύπαρξης και η πραγματικότητα της ζωής )
                      ( Τρίτη, αναθεωρημένη και συμπληρωμένη έκδοση -
                                Walterde Gruyteru. Co, Berlin 1964 )

                                      ΚΕΦΑΛΑΙΟ V  /  ΤΟ ΓΡΑΠΤΟ ΕΡΓΟ

Χάνονται μέσα στις σκέψεις τους κάποιοι λαοί· αλλά για μας τους  ‘Έλληνες, τα πάντα είναι μορφές. Δεν συγκρατούμε παρά τις σχέσεις, και σαν έγκλειστοι στη διαύγεια της μέρας, χτίζουμε μέσα απ’ τον λόγο, όπως ο Ορφέας, ναούς σοφίας και επιστήμης, που μπορούν να επαρκέσουν σε όλα τα νοήμονα όντα. Αυτή η μεγαλειώδης τέχνη απαιτεί από μάς μια γλώσσα θαυμαστής ακρίβειας. Και το ίδιο το όνομα που την προσδιορίζει (ο λόγος την τέχνη…) είναι για μας επίσης το όνομα της λογικής και του μέτρου·  μια και μόνη λέξη εκφράζει αυτά τα τρία πράγματα. – Έτσι μιλά ο Σωκράτης στον διάλογο «Ευπαλίνος ή ο αρχιτέκτων» τού Paul Valėry.
Όταν ανακάλυψαν (εφηύραν…) τη φιλοσοφία οι Έλληνες και παρατήρησαν, πως ήταν ο Λόγος (Logos) που αποκάλυπτε την ουσία τών πραγμάτων, τότε απέκτησε γι’ αυτούς μιαν κυρίαρχη σχεδόν εξουσία αυτός ο Λόγος. Κι όταν μιλά γι’ «αυτόν τον Λόγο», τον οποίον και αναγγέλλει, ο Ηράκλειτος, τότε εννοούνται μ’ αυτό εξίσου τα δικά του λόγια όπως και ο αιώνιος κοσμικός νόμος, τον οποίον και προσπαθούν κάθε φορά να εκφράσουν αυτά τα λόγια. Σ’ ένα φημισμένο σημείο τού «Φαίδωνα», όπου και περιγράφει, όπως φαίνεται, αυτοβιογραφικά το φιλοσοφικό του γίγνεσθαι ο Σωκράτης, και όπου συνειδητοποιεί στην πραγματικότητα τον ίδιον τον εαυτό της η φιλοσοφία, είναι αποφασιστική η στιγμή κατά την οποία ‘διαφεύγει’ απ’ τα «πράγματα» στους «λόγους» ο Σωκράτης, αποσυρόμενος απ’ τις φυσικο-φιλοσοφικές θεωρίες στο μέσον εκείνο, που καθιστά δυνατή κατ’ αρχάς την (κάθε…) θεωρία. Και καθίσταται έτσι μια ζωντανή, προϋπάρχουσα κατά κάποιον τρόπο απ’ την ξεχωριστή ομιλία ύπαρξη (φύση ή ουσία…) ο «λόγος» στον Πλάτωνα, τον οποίον και πρέπει (καλείται…) να πραγματοποιήση αυτός που μιλά. Απαιτεί, οδηγεί κάποιες φορές από φαινομενικούς λανθασμένους δρόμους στους σκοπούς του, απομακρύνεται (‘δραπετεύει’…), δεν πρέπει να τον αφήσουμε ‘αμανάτι’, μας κατηγορεί όπως ένας άνθρωπος (ώσπερ άνθρωπος) και μας περιγελά, μας περιτριγυρίζει και κάνει ό,τι θέλει μαζί μας, και είμαστε υποχρεωμένοι να πάμε προς τα εκεί όπου, όπως μια πνοή τού ανέμου, μας οδηγεί αυτός ο «λόγος»   (( Σημ. τ. μετ.: Θα μπορούσε λοιπόν κάλλιστα να είναι η ‘συνείδηση’ μέσα μας αυτός ο ΄λόγος’, την οποία και άφησε ως μικρό φως και ‘λυχναράκι’ στον άνθρωπο, για να ξαναβρή τον δρόμο του, μετά την έξοδο απ’ τον Παράδεισο ο Θεός… )) .
Λόγος είναι αρχικά η προφορική ομιλία, και κράτησε πάντοτε μιαν υπεροχή απέναντι στο γραπτό κείμενο ο προφορικός λόγος στους Έλληνες. Κανένας θεός δεν εφηύρε σ’ αυτούς τη γραφή και δεν τη δώρησε στους ανθρώπους, όπως ο Απόλλων τον στίχο ή το παίξιμο της λύρας. Τους έφερε ένας άνθρωπος απ’ τη Φοινίκη τη γραφή, η οποία και δεν κατέλαβε γι’ αυτούς, πριν απ’ την ‘εισροή’ τής Ανατολής στους αλεξανδρινούς χρόνους, σχεδόν πουθενά μιαν ιερή ή μια μαγική δύναμη. Δεν υπάρχουν «ιερογλυφικά» σ’ αυτούς. Και δεν γνωρίζουν το ιερό βιβλίο τών ανατολικών θρησκειών, ή το γνωρίζουν ακριβέστερα, μόνο στα ‘σύνορα’ του πραγματικά ελληνικού (Hellenisch) στοιχείου: στους ορφικούς κύκλους.
Η γραφή υπήρξε σ’ αυτούς για αιώνες βοηθός, κι όχι υποκατάστατο και αναπλήρωση του λόγου  (( αντιστάθμισμα, θα λέγαμε σήμερα… )) . Το δε ομηρικό έπος (Epos) αναγράφηκε, μόνο για να απαγγέλλεται. Η καταγραφή ενός ποιήματος του Πίνδαρου δηλώνει προετοιμασία και ανάμνηση, ενώ ζωντανό είναι αποκλειστικά και μόνο στην κορυφαία στιγμή τής εορτής, όπου και ψάλλεται προς τιμήν τού νικητή, του γένους του και της πατρίδας του. Και το ίδιο συμβαίνει και με όλες τις δραματικές παραστάσεις. Μόνον όταν εφηύραμε τη σκέψη, τη μοναχική σκέψη, πρέπει να προέκυψε και η επιθυμία, να μπορούν να αναλογιστούν κι άλλοι, πιο μακρινοί άνθρωποι, αυτό που σκεφτήκαμε, μέσα στη σιωπή. Είναι βέβαια δύσκολο να φανταστούμε να γίνονται δημόσιος λόγος οι φράσεις τού Ηράκλειτου, με τον τρόπο που ήταν σίγουρα δημόσιος λόγος τα διδακτικά ποιήματα του Ησίοδου. Κι απέκτησε έτσι την ανεξαρτησία της απέναντι στον προφορικό λόγο η γραφή. Αναπτύσσονται δε και οι δυό ‘περιοχές’ τού λόγου περαιτέρω τον 5ο και 4ο αιώνα, σε σχέση οπωσδήποτε η μια προς την άλλη, ελεύθερες ωστόσο αναμεταξύ τους, αν τις συγκρίνουμε μάλιστα με τον προηγούμενό τους σύνδεσμο και τη σχεδόν ενότητα. Κι όταν έγραφε τα φιλοσοφικά του δράματα ο Πλάτων, δεν υπήρχε (πια…) γι’ αυτά, διαφορετικά απ’ ό,τι για τα έργα τού Σοφοκλή και του Αριστοφάνη, η ώρα εκείνη όπου, και μόνο σ’ αυτήν, είχαν ζήσει «πραγματικά». Προορίζονταν δηλ., εξίσου τουλάχιστον για να τα αναγνώση ένας ξεχωριστός αναγνώστης, όπως και για να αναγνωσθούν μεγαλόφωνα σε κάποιον ‘κύκλο’. Ενώ έγραφε κι ο σύγχρονος του Πλάτωνα Ισοκράτης, που αποσκοπούσε να επιδράση πολιτικά και να  διαμορφώση ρητορικά, πραγματείες και διακηρύξεις (μανιφέστα…) με τη μορφή, σαν να επρόκειτο να εκφωνηθούν δημόσια μπροστά στον λαό τών Αθηναίων ή και των Πανελλήνων (Panhellene). Δεν χρειαζόταν (λοιπόν…) και πολύ, ώστε να καταστή η σχέση προφορικού και γραπτού λόγου αντικείμενο συλλογισμού.
Φιλοσοφώντας και διδάσκοντας ο Πλάτων, μπορούσε να βλέπη τον εαυτό του ως φορέα εκείνης τής «σωκρατικής» δύναμης (της δύναμης που ονομαζόταν «Σωκράτης»…), που την είχε αποδεχθή πλήρως. Είχε γράψει όμως εκτός απ’ αυτό βιβλία σε όλην του την ζωή ο Πλάτων, ενώ ζούσε τόσο απόλυτα διαλεγόμενος ο Σωκράτης, ώστε δεν μπορούμε καν να τον σκεφθούμε να γράφη. Δεν απομακρύνονταν λοιπόν ακριβώς εκεί, όπου και παρουσιάζει (με τον γραπτό λόγο…) τον Σωκράτη, περισσότερο από ποτέ απ’ αυτόν ο Πλάτων; Αποκαλύπτεται στην πραγματικότητα, όπως σ’ ένα σύμβολο, μια πρωταρχική διάκριση ανάμεσα σ’ αυτόν και στον δάσκαλό του εδώ. Άκουγε με βαθύ θαυμασμό, σε όνειρα που επέστρεφαν συχνά, την προσταγή: Να ασκής τη μουσική τέχνη!  και υπάκουε μέχρι τις τελευταίες μέρες τής ζωής του με τον τρόπο που φιλοσοφούσε σ’ αυτόν τον λόγο ο Σωκράτης, ενώ φανερώνει η γραφή και η ‘υποχρέωση’ γραφής στον Πλάτωνα, την ακαταμάχητη αναγκαιότητα να είναι ‘διαμορφωτής’ τού λόγου, ακριβώς εκείνο δηλ., το οποίο δεν αντιλαμβανόταν καθόλου στον εαυτό του ο Σωκράτης. Πώς όμως έκαψε, ξεκινώντας την ΄καινούργια’ του ζωή, τις τραγωδίες του ο Πλάτων, για ν’ αρχίση τώρα πάλι απ’ την αρχή μ’ ένα τέτοιο έργο και να περιγράψη αυτήν την καινούργιαν ακριβώς ζωή, που δεν είχε ωστόσο τίποτα το κοινό με κάθε γραφή και τέχνη; Ποια ήταν η αξία τής συγγραφής του, που του την επέβαλε μια εσωτερική αναγκαιότητα, και που φαινόταν να μη συμφωνή ωστόσο με τη βασική ‘στάση’ τού Σωκράτη; Και ποιαν αξία είχε γενικά το να γράφης;
Eδώ έπρεπε να αναφερθή, τουλάχιστον ακροθιγώς, στην ζωηρή συζήτηση που είχε ανακύψει ανάμεσα στους δασκάλους τού λόγου τής εποχής του για τη σχέση ομιλίας και γραφής ο Πλάτων,  όσο κι αν άγγιζε ελάχιστα το βάθος τής δικής του προβληματικής αυτή η συζήτηση.
Εξασκημένη επί μακρόν πρακτικά, και θεωρούμενη και διδασκόμενη από δεκαετίες και θεωρητικά, παρέμενε για πολύν καιρό μια προφορική τέχνη η τέχνη τού λόγου, ακόμα κι όταν ξεκίνησαν να χρησιμοποιούν ως «βοηθούς τού λόγου» τα γράμματα της αλφαβήτου. Έγινε δε τότε, για να κερδίζη χρήματα, «γραφέας λόγων» για άλλους και ο Λυσίας. Μόνον όμως με τον Ισοκράτη, το μεγαλύτερο ρητορικό ‘ταλέντο’ ανάμεσα στους συγχρόνους τού Πλάτωνα, ‘νίκησε’ ο γραπτός λόγος – «λόγος» ακόμα, αν και γραπτός – τον προφορικό, και το ιδανικό τής τεχνικής «ακρίβειας» τον αυτοσχέδιο λόγο. Έφτιαξε από δική του ανάγκη μια διδασκαλία ο Ισοκράτης, κι όπως επεξεργαζόταν ο ίδιος, αργά και με τη μεγαλύτερη επιμέλεια, στην ησυχία τού ‘σπουδαστηρίου’ του τούς πολιτικούς του «λόγους», ‘φυλλάδια’ και ‘διακηρύξεις’ στην πραγματικότητα, το ίδιο ζητούσε να κάνουν και οι μαθητές του. Υπήρξε όμως τότε ένας αντίλογος από εκείνους τούς συντεχνίτες του, που υπερασπίζονταν την καθαρά προφορική τέχνη τού δασκάλου τους Γοργία απέναντι στην καινούργια. Και διαθέτουμε τα ‘πειστήρια’ (τα ντοκουμέντα…) αυτής τής εξαιρετικά οξείας μερικές φορές ‘φιλονικείας’, στους λόγους τών ρητόρων Ισοκράτη και Αλκιδάμαντος, απ’ τη δεκαετία τού ’80 στον 4ον αιώνα. Έχει υπ’ όψιν του λοιπόν αυτήν τη ‘συζήτηση’ όταν γράφη τον «Φαίδρο» ο Πλάτων, τον διάλογο που ξεκινά απ’ τις καθημερινές συζητήσεις τών ρητόρων (Rhetore), για να επιστρέψη με μια διαφορετική (πλέον…) στάση σ’ αυτές, αφού ανυψώθηκε, με μιαν ‘ακατανόητη’ άνοδο στη μανία (Mania) τού ΄Ερωτα, στα πιο μεγάλα φιλοσοφικά ύψη.
O Αλκιδάμας βλέπει (στον - γραπτό – λόγο του «Ενάντια στους συγγραφείς γραπτών λόγων») τον εαυτό του ως τον δεινόν ρήτορα (πργρφ. 34), που διεκπεραιώνει χωρίς πολλή σκέψη (εική, πργρφ. 29) τους αυτοσχεδιαστικούς του λόγους. Στην άλλη πλευρά βρίσκεται ο «τεχνίτης τού λόγου» ή «ποιητής λόγων» Ισοκράτης, που χρησιμοποιεί ο ίδιος για τον εαυτό του αυτά τα ονόματα, τα οποία και τον χαρακτηρίζουν. Πρόκειται για τον άνθρωπο, που προετοιμάζει καλώς και σε ησυχία τούς λόγους του (σχολή, μετά παρασκευής). Στον Πλάτωνα παρουσιάζεται, ειρωνικά αυτομειούμενος ως άπειρος, αυτοσχέδιος ρήτορας (ιδιώτης αυτοσχεδιάζων – 236 D) απέναντι στον ικανό τεχνίτη (ποιητής – 236 D) Λυσία ο Σωκράτης, τον Λυσία που επεξεργάστηκε για πολύν καιρό και ‘σχολάζοντας’ (εν πολλώ χρόνω κατά σχολήν – 228 Α, και εν χρόνω – 278 D) τους ερωτικούς του λόγους. Κατά τον Αλκιδάμα είναι όμως μόνον ο λόγος που προέρχεται άμεσα απ’ τη σκέψη έμψυχος και ζωντανός (έμψυχός εστι καί ζή – πργρφ. 28), ενώ ένας γραπτός λόγος δεν είναι γι’ αυτόν ούτε καν γνήσιος «λόγος», παρά μόνον απεικόνιση, σχήμα και μίμηση λόγου (είδωλα καί σχήματα καί μιμήματα λόγων, εικών λόγου). Και δεν μοιάζει σ’ ένα ζωντανό σώμα, αλλά σε ‘πλαστικούς’ ή ζωγραφιστούς ανθρώπους (χαλκών ανδριάντων καί λιθίνων αγαλμάτων καί γεγραμμένων ζώων), όντας ακίνητος και ανωφελής τελικά όπως κι αυτοί. Ονομάζεται «ζωντανός και έμψυχος» ο προφορικός λόγος (λόγον ζώντα καί έμψυχον – 276 Α), ενώ απλώς ομοίωμα (είδωλον) του προφορικού ο γραπτός στον «Φαίδρο». Και παρομοιάζεται κι εκεί με την ζωγραφική η γραφή (όμοιον ζωγραφία – 275 D). Είναι δε σαν ζωντανές οι γεννήσεις τους, αλλά στέκουν ακίνητα (έστηκεν ως ζώντα) και δεν λένε παρά πάντοτε το ίδιο. Κι όταν συνεχίζη μετά και λέη ο Σωκράτης, πως «χρειάζεται πάντοτε τον πατέρα του ως βοηθό (δείται βοηθού), γιατί δεν μπορεί να αμυνθή ή να βοηθήση τον εαυτό του» (ούτ’ αμύνασθαι ούτε βοηθήσαι δυνατός αυτώ) ο γραπτός λόγος, τον ‘συμπληρώνει’ αυτήν τη φορά, με την ευκαιρία μιας επιστολής του στον Διονύσιο των Συρακουσών, επιδεικνύοντας τα μειονεκτήματα του γραπτού λόγου απέναντι στην προφορική επικοινωνία ο Ισοκράτης: «Όταν είναι απών αυτός που γράφει, λείπει τότε ο βοηθός απ’ τα γραφόμενα» (έρημα τού βοηθήσαντός εστι – πργρφ. 3).      Όσο ισχυρή κι αν είναι όμως τελικά η εχθρότητα απέναντι στον γραπτό λόγο στον Αλκιδάμαντα καθώς και στον Πλάτωνα, δεν μπορούν ωστόσο και να τον απορρίψουν, αυτοί που και οι δυό γράφουν, εντελώς. Χρησιμεύει (άλλωστε…) στο να διαδοθή η φήμη μας, μαρτυρά για μας, και διατηρεί για την ίδια μας τη μνήμη και ως μνημείο για άλλους, αυτά που έχουμε πη. Και είναι και στον πλατωνικό Σωκράτη ανάμνηση για μας και οδοδείκτης για κείνους που έρχονται προς εμάς η γραφή (275 D, 276 D). Είναι δε παιχνίδι (παιδιά – 35) τελικά για τον Αλκιδάμαντα, και ως παιχνίδι (παιδιάς χάριν, παίζειν) και μόνον τη θεωρεί κι ο Πλάτων (276 D).
Bλέπουμε κι εδώ, πώς προετοίμασαν έναν ολόκληρο θησαυρό ‘νομισμάτων’ οι ζωηροί διάλογοι κι οι αψιμαχίες, τον οποίον και δεν χρειαζόταν παρά να ‘χρησιμοποιήση’ κανείς. Έχει κοινή έτσι την αρχή και φαινομενικά και τον σκοπό με τους εκπροσώπους τού καθαρά προφορικού λόγου ο «Φαίδρος». Θα ήταν όμως πολύ επιφανειακή μια τέτοια άποψη, καθώς η προβληματική που ξεκινά απ’ τη συνάντηση του Πλάτωνα με τον τόσο διαφορετικό τρόπο τού Σωκράτη, έχει πολύ μεγαλύτερο βάθος. Αφετηρία είναι η ρητορική (Rhetorik)· αφ’ ότου αποσπάστηκε όμως απ’ τη ρητορική πολυλογία, και εννοήθηκε στην πραγματική του φύση ως οδηγός προς την Ιδέα ο Έρως, κι αφ’ ότου απέδειξε ως η μοναδική αληθινή ευφράδεια, εκείνο που ονομάζουμε (κατά τα άλλα…) ‘ευφράδεια’ ως απλή πολυλογία η φιλοσοφία: τί χρειάζεται τότε πια ο καθημερινός αγώνας στις σχολές για τον αυτοσχέδιο λόγο ή τη γραπτή του επεξεργασία; Δεν αποφασίζει πλέον ‘υπέρ’ τού Αλκιδάμαντα, ούτε ‘κατά’ τού Ισοκράτη ο Πλάτων. Αναρωτιέται γενικώς για την αξία τής γραφής. Δεν απέχουν πολύ απ’ το να είναι «βοηθοί τού λόγου», όπως το ‘επινόησε’ ο ‘θείος’ Κριτίας (γράμματ’ αλεξίλογα – απόσπ. 2, 10), αυτά τα ‘σημεία’, δεν απέχουν πολύ απ’ το να είναι ένα ‘βότανο’ για τη μνήμη και τη σοφία, όπως το φαντάζεται ο αιγυπτιακός θεός Θόης, ο εφευρέτης τής ‘γραμματικής’ γραφής, σε κείνον τον μύθο τού πλατωνικού Σωκράτη; Μήπως παράγουν μάλλον λησμοσύνη στις ψυχές, που δεν ασκούν πλέον τη δύναμη της μνήμης; Και δεν θα υπάρχη μια αντίφαση ανάμεσα στο να κατέχης φαινομενικά αυτό που μπορείς να το μεταφέρης ως μαύρο πάνω στο άσπρο στο σπίτι, και στο να κατέχης πράγματι αυτό που ΄κουβαλά’ η ψυχή σου; «Δημιουργείς μια φαινομενική, κι όχι μιαν αληθινή σοφία στους μαθητές σου», λέει ο Άμμων για την ‘εφεύρεση’ του Θόη.
Δεν θα ήταν κι όλ’ αυτά όμως παρά λίγο παραπάνω από ένα πνευματώδες παιχνίδι ‘σκέψης’, αν δεν παρέπεμπαν οι λέξεις φαινόμενο, αλήθεια και σοφία στο τελικό βάθος, κι αν δεν εμφανίζονταν μέσα σ’ όλην αυτήν τη ‘συζήτηση’ περί λόγου και γραφής η φιλοσοφία. Μπορεί να είναι τελικά το ίδιο για την τέχνη τού λόγου, το αν μιλά ή αν γράφη κανείς (λέγει ή γράφει – 277 B): όπου πρόκειται όμως για το Δίκαιο και το Ωραίο και το Αγαθό, εκεί όπου είναι ντροπή δηλ. (επονείδιστο…) να μη γνωρίζης, δεν μπορεί να υπάρχη καμμιά αμφιβολία για το ότι περιέχει αναγκαστικά πολύ ‘παιχνίδι’ και όχι απόλυτη σοβαρότητα ο γραπτός λόγος (Logos) (277 D E). Κι όποιος νομίζει πως μπορεί ν’ αφήση πίσω του, γραπτή και διδακτή τη «διδασκαλία τής τέχνης» του, πρέπει να είναι πολύ ανόητος (275 C). Γιατί είναι ‘άκαμπτο’ κι ‘αλύγιστο’ αυτό που έχει γραφτή. Και δεν μπορεί ν’ απαντήση σε καμμιάν ερώτηση πέρα απ’ τα όριά του, ούτε και να προφυλαχθή απέναντι σε επιθέσεις. Αντιφάσκει δε έτσι στη βασική σωκρατικο-πλατωνική αρχή: ότι δεν υπάρχει παρά φιλοσοφία για δύο, φιλοσοφία ως ένας ατελεύτητος διάλογος, ανανεούμενος πάντοτε με τα ερωτήματα. Και γι’ αυτό και πρέπει να επιλέγη σε ποιον απευθύνεται και σε ποιον όχι ο φιλοσοφικός λόγος – μια αρχή, που πρέπει να προσδιόρισε, σε αντίθεση προς τη σοφιστική διδασκαλία, το διδακτικό έργο τού Πλάτωνα - , ενώ απευθύνεται σε όλους και στον καθέναν ο γραπτός λόγος (275 Ε, 276 Α).
Τόσο αμφέβαλε, αφού είχε γράψει μιαν ολόκληρη ζωή βιβλία, για την αξία τής συγγραφής ο Πλάτων. Το ότι δεν είχε προκύψει όμως σταδιακά και όψιμα, αλλά ότι συνόδευε όλο το έργο τής ζωής του αυτή η αμφιβολία, το αποδεικνύει ένα σημείο τού πρώιμου Διαλόγου «Πρωταγόρας» (329 Α), όπου και παρουσιάζει τον δικό του τρόπο διαλόγου απέναντι στους μακρούς λόγους τών σοφιστών και των πολιτικών ο Σωκράτης: «Όταν ρωτά κάποιος κάποιον απ’ αυτούς, τότε συμβαίνει μ’ αυτούς ό,τι και με τα βιβλία: ούτε έχουν να απαντήσουν κάτι ούτε ρωτούν οι ίδιοι, αλλά κι αν ρωτήση κάτι το ελάχιστο απ’ αυτά που έχουν πη κανείς, τότε αντηχούν σαν χάλκινα αγγεία, που τα χτυπά κανείς, και αντηχούν συνεχώς, αν δεν τα σταματήσης. Έτσι κάνουν και οι ρήτορες. Έστω κι αν τους ρωτήσης κάτι το ελάχιστο, απλώς επιμηκύνουν τον λόγο τους». Δεν πρόκειται βέβαια ακόμα για ολόκληρη την προβληματική τού γηραιού Πλάτωνα. Γίνεται όμως φανερό, πώς προέρχεται απ’ τον Σωκράτη, που δεν έγραψε ποτέ κι ούτε μπορούσε να γράψη ένα βιβλίο, η αμφιβολία για την αξία τής συγγραφής, που κατέστη κατόπιν πεποίθηση για όλην την ζωή του.
Συμφωνούν δε οι Επιστολές του με κείνα που λέει στους Διαλόγους του ο Σωκράτης. «Προφυλάξου», γράφει στη «Δεύτερη Επιστολή» (μεταξύ 360 και 357) στον Διονύσιο, «να μην ‘εξέλθη απ’ τις πύλες’ αυτή μου η διδασκαλία. Γιατί δεν υπάρχει τίποτα κατά την άποψή μου που να ηχή πιο γελοίο στ’ αυτιά τών πολλών, αλλά και τίποτα επίσης πιο θαυμαστό και ενθουσιώδες γι’ αυτούς που ΄καλλιεργήθηκαν’» (314 Α). Προφυλάχτηκε λοιπόν και ο ίδιος ο Πλάτων. Μεταβίβασε δηλ. στον ηγεμόνα, τον οποίον και δεν ήθελε, σαν διπλωμάτης που ήταν, να τον απωθήση τελείως, σε «αινοιγματικό λόγο» τη διδασκαλία του, ‘δύσκολη’ ώστε, «αν συνέβαινε κάτι απρόοπτο στο ταξίδι από στεριά και θάλασσα στο γραπτό κείμενο, να μη μπορούσε να το διαβάση ο οποιοσδήποτε»· αλλά για να παραμείνη σίγουρα αινιγματική και για τον παραλήπτη της. Είχε συντάξει κενόδοξα ένα «διδακτικό σύγγραμμα» για την πλατωνική φιλοσοφία ο Διονύσιος, όπως πληροφορεί τούς φίλους τού Δίωνα στην «Έβδομη Επιστολή» ο Πλάτων. Και πρέπει να απευθύνονται στον ίδιον τον τύραννο τα όσα λέει στη «Δεύτερη Επιστολή»: «Προφυλάξου, ώστε να μη σε λυπήση, αυτό που τώρα ως άδικο σού διέφυγε! Και η καλύτερη προφύλαξη είναι, να μη γράφη κανείς καθόλου, αλλά μόνο να μαθαίνη. Γιατί ξεφεύγει αναγκαστικά απ’ τα χέρια μας αυτό που έχει γραφτή. Γι’ αυτό και δεν έγραψα ποτέ τίποτα γι’ αυτά τα πράγματα, και δεν υπάρχει κανένα σύγγραμμα του Πλάτωνα κι ούτε θα υπάρξη. Κι ότι ονομάζει κανείς τώρα ως σύγγραμμα του Πλάτωνα, αυτό προέρχεται από έναν ‘ωραίο’ και ‘νεαρό’ Σωκράτη (από έναν Σωκράτη που έγινε νέος και ωραίος…)». Και κοροϊδεύει (χλευάζει…) τον Διονύσιο στην «Έβδομη Επιστολή», ο οποίος συνέγραψε μια διδασκαλία απ’ όσα είχαν περιέλθει σ’ αυτόν απ’ τον ίδιον τον Πλάτωνα και μέσω τρίτων για την πλατωνική διδασκαλία, και ταυτόχρονα και άλλους, που θα είχαν ίσως γράψει γι’ αυτά τα πράγματα. «Θέλω να δηλώσω για όλους αυτούς, που έχουν γράψει και θα γράψουν, διαβεβαιώνοντας πως γνωρίζουν, τί είναι το το πιο σπουδαίο για μένα, και είτε λένε πως το άκουσαν από μέναν ή από άλλους, είτε πως το ανακάλυψαν οι ίδιοι, πως είναι αδύνατο να καταλάβουν κατά τη γνώμη μου το παραμικρό απ’ αυτό το πράγμα. Δεν υπάρχει πάντως κανένα γραπτό κείμενο από μένα περί αυτού, και ούτε θα υπάρξη. Γιατί δεν μπορεί παντελώς να ειπωθή, όπως άλλα αντικείμενα της διδασκαλίας. Αλλά γεννιέται μετά από μακρά συμβίωση και κοινή απασχόληση μ’ αυτό, ξαφνικά σαν ένα φως που άναψε από μια σπίθα φωτιάς στην ψυχή, και τρέφεται πλέον αφ΄εαυτού». Και άλλη μια φορά παρακάτω, αφού περισσότερο υπαινίχθηκε παρά έδειξε κι εδώ με μερικές προτάσεις τη διδασκαλία και τη μέθοδό του: «Όταν βλέπη κανείς τα γραπτά κείμενα κάποιου, είτε ως νόμους ενός νομοθέτη είτε με οποιαδήποτε άλλη μορφή, δεν ήταν ωστόσο αυτό το πιο σημαντικό γι’ αυτόν, εφ’ όσον είναι ‘σημαντικός’ (σπουδαίος…) ο ίδιος, αλλά βρίσκεται και το γραπτό κείμενο κάπου στην πιο ωραία θέση τής περιοχής του. Αν έχη όμως εμπιστευθή το πιο σημαντικό γι’ αυτόν στο γραπτό κείμενο, τότε δεν του έχουν ‘αρπάξει’ μεν (για να μιλήσουμε όπως ο Όμηρος) οι θεοί, του έχουν αρπάξει όμως οι άνθρωποι τον νου» (344 C D).
.
( συνεχίζεται )

Δεν υπάρχουν σχόλια: