Κυριακή 10 Μαΐου 2015

Το μέτρο στην κριτική του Καντ ιβ

Συνέχεια από :Τρίτη, 5 Μαΐου 2015

  Το μέτρο στην κριτική του Καντ
Του Gerhard Krüger

ΙΙΙ. Η εφαρμογή του μέτρου( περί οντολογίας)


Δεν είναι μόνο ένα «αναφαίρετο» δικαίωμά μας, αλλά «υποχρέωση» μας, το υπεραισθητό δια μέσου «πρακτικών δεδομένων», όχι μόνο να το σκεφτόμαστε, αλλά και να το αντιλαμβανόμαστε (Β ΧΧΙ f). Έχει στην πραγματικότητα επιτευχθεί μια πλάτυνση της λογικής (ή μάλλον, η πλάτυνση αυτή αυτή έγινε επιτεύξιμη), ενώ στην μέχρι τώρα ταύτιση τού καθ’εαυτώ είναι, με την εμπειρική αντικειμενικότητα, μας «απειλούσε» ένας «περιορισμός της χρήσης της λογικής μας», έτσι όπως τον εννοεί ο νατουραλισμός (B XXIV f). Μόνο που αυτή η δια της κριτικής προσφερθείσα δυνατότητα προς διαπίστωση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «γνώση». Πρέπει να ονομασθεί «πίστη», η οποία «λαμβάνει τον τόπο της» δια της εξασφαλισμένης αβεβαιότητας. Αυτή η μεταφυσική διαπίστωση γίνεται πρακτικά εφικτή, αν και η μεταφυσική «ως επιστήμη» γίνεται αδύνατη: μόνο ο αυτονόητος χαρακτήρας της κριτικής είναι ανεπαρκής, επειδή είναι προσκολλημένος στην μοντέρνα έννοια της επιστήμης. Η πρακτική αυτή επιτυχία κατέστη δυνατή, μόνο και μόνο επειδή η μέθοδος την οποία ασκεί η κριτική δεν αντιστοιχεί στην έννοια της μεθόδου την οποία η ίδια ορίζει. Ο Καντ μιλά στον στοχασμό περί μεθοδολογίας, λες και είναι αυτός ο πρώτος που έφερε τον στοχασμό περί του είναι στον δρόμο της αυθόρμητης επινόησης, λες και αυτός είναι ο πρώτος που εισήγαγε την αναλογία της οντολογίας στην μοντέρνα φυσική. Ο Καντ είναι πράγματι ο πρώτος που εκφράζει τούς στόχους της μοντέρνας οντολογίας. Αλλά αυτός ο στοχασμός περί του είναι είχε εξασκηθεί από πολύ πριν, και η μοντέρνα στροφή στην φυσική δε θα ήταν δυνατή χωρίς την αντίστοιχη στροφή στην οντολογία. Αυτή μάλιστα είναι η πραγματική οντολογική στροφή. (§§ 37-38 Prol.). Η κριτική είναι σε θέση να συλλάβει την στροφή αυτή τόσο εκφραστικά, επειδή η κριτική δεν στοχάζεται αυθόρμητα. Δεν λαμβάνει χώρα η κριτική, διδάσκοντάς μας να «βάλουμε μέσα» στα αντικείμενα  κάτι που προέρχεται από την αναλογία προς την φυσική. Αντιθέτως, λαμβάνει χώρα στην διάκριση τής «τοποθέτησης μέσα»  από την «συνάντηση» τού δεδομένου είναι. Αν προσέξουμε καλύτερα, θα δούμε πως αυτό είναι το αθέλητα εκφρασμένο περιεχόμενο εκείνης της «υπόθεσης», η οποία θα επιβεβαιωθεί δια του «πειράματος» της μεταφυσικής σκέψης: «αν βρεθεί λοιπόν, πως όταν παρατηρεί κανείς τα πράγματα από εκείνη την διπλή σκοπιά, λαμβάνει χώρα η συμφωνία με την αρχή της λογικής. Στην περίπτωση που η παρατήρηση γίνεται μόνο από την μια σκοπιά, τότε προκύπτει η αναπόφευκτη διαμάχη της λογικής με τον εαυτό της, και το πείραμα αποφαίνεται για την ορθότητα εκείνης της διακρίσεως» (BXVIII Anm.). Πως τα «οργανώνει» έτσι η κριτική, ώστε τα πράγματα να «μπορούν να παρατηρηθούν» από δυο πλευρές;  Προφανώς δεν τοποθετεί την διαφορά μέσα στο θέμα της, την μεταφυσική, αλλά την βρίσκει εκεί. Αυτή η διαφορά υπάρχει με την ίδια βεβαιότητα που η λογική υπάρχει ως «φυσική καταβολή», και υφίσταται όχι μόνο βάσει του είναι της, αλλά και βάσει της φύσης της, της ουσίας της, ανεξάρτητα από τον αυθόρμητο χαρακτήρα της. Η διαφορά στο είναι, σύμφωνα με τον Καντ, δεν είναι, όπως στην περίπτωση του γερμανικού ιδεαλισμού, ένα εμπόδιο που από μόνο του τοποθετείται μπρος στην αυθορμητικότητα. Τέτοια είναι η βεβαιότητα της φύσης της λογικής καθ’εαυτήν (r.V. B 145f., A125). Η διαφορά του είναι προκύπτει από τον πεπερασμένο χαρακτήρα της λογικής μας. Τον πεπερασμένο αυτό χαρακτήρα, ο Καντ κατανοεί ως τον περιορισμό τού ανθρώπου μέσα στην δυναμική συνάφεια του κόσμου που υφίσταται καθ’εαυτώ. Ο «συντονισμός με την αρχή της λογικής» μπορεί να του χρησιμεύσει ως κριτήριο αληθείας για την διαφορά στο είναι , μόνο και μόνο επειδή η λογική απαιτεί πως το περιεχόμενο της αρχής αυτής, το απροϋπόθετο, βρίσκεται «τελειοποιημένο, αναγκαίως μέσα στα πράγματα καθ’ εαυτά, και με κάθε δικαίωμα προς κάθε τι το προϋποτιθέμενο, και με το τρόπο αυτό στην σειρά των προϋποθέσεων» (r.V.B XX).  Με άλλα λόγια: ο Θεός και ο κόσμος, για τα οποία η λογική δικαίως απαιτεί να διαπιστώνει πως υφίστανται καθ’ εαυτά, επιβεβαιώνουν την διάκριση του είναι, γιατί δια μέσου του Θεού και του κόσμου προσδίδεται στην ανθρώπινη λογική  ο πεπερασμένος της «τόπος». Η πραγματιστική οντολογία του Καντ δεν είναι αυθόρμητη, αλλά δεκτική. Είναι μη-μοντέρνα, όπως και η τελεολογική εμπειρία, η οποία θεμελιώνεται δια της οντολογίας αυτής. Μόνο γι’αυτόν τον λόγο είναι σε θέση ο Καντ να σταθεί κριτικά έναντι της μοντέρνας οντολογίας.
Βέβαια, δεν είναι ανούσιο το γεγονός, πως η κριτική αντιλαμβάνεται την μη μοντέρνα δράση της σε αναφορά προς την μοντέρνα έννοια της επιστήμης. Αυτή η αντίφαση μεταξύ της κριτικής και της έννοιας στην οποία θεμελιώνεται, διαλύει την υπόθεση: η ενότητα του φαινομενικού και νοούμενου είναι, παραμένει ασαφής, το είδος της εμπειρίας του κόσμου παραμένει διφορούμενο, η θέση τού ανθρώπου μέσα στον κόσμο παραμένει αβέβαιη. Η βία όμως της υπόθεσης αυτής δεν αφήνει τον Καντ σε ησυχία, σε όλη την διάρκεια της ζωής του. Για τον λόγο αυτό βρίσκουμε στην «Κριτική της κριτικής δυνάμεως» μια συνέχιση του προβλήματος της δυνατότητας της εμπειρίας, όπου φαίνεται καλύτερα αυτό που ο Καντ πραγματικά θέλει να πει (Το Opus postumum δείχνει πως ο Καντ προσπαθεί να διατυπώσει το ίδιο πράγμα για πολλοστή φορά).
Η εισαγωγή στην «Κριτική της κριτικής δυνάμεως»-όπως και ο δεύτερος πρόλογος στην «Κριτική του καθαρού λόγου»-που στοχάζεται την έννοια της φιλοσοφίας, ανακαλύπτει ελλείψεις στην μέχρι τώρα μορφή της έννοιας της εμπειρίας. Ως σημείο εκκίνησης έχει την διαπίστωση τής κριτικής, πως η αυτονομία της διάνοιας  αναφέρεται στο δεδομένο για την διάνοια. Η πραγματικά «κριτική» κατεύθυνση της διάνοιας κατευθύνεται προς την αντίληψη πως η διάνοια πρέπει να «εφαρμοστεί». Επιδεικνύεται δηλαδή στην λειτουργία της «διάνοιας» ως «κριτικής δυνάμεως». Γιατί κατά την εφαρμογή τών εννοιών  ανακύπτει το πρόβλημα τής επίτευξης τής διαπίστωσής μας, τρόπον τινά της «ευτυχούς σύμπτωσης» (V 253), που καθιστά την φύση «προσβάσιμη» στην δυνατότητα μας, και που είναι «ταιριαστή» στην σύμπτωση. Ασχολούμενοι με το ερώτημα της δυνατότητας εφαρμογής τής διάνοιας, θα προσκρούσουμε στο γεγονός, πως το αισθητό δεν βρίσκεται δίπλα στο υπεραισθητό χωρίς καμιά σχέση προς αυτό, αλλά πως στηρίζεται πάνω σε αυτό και το έχει ως θεμέλιο του. Αυτή την ενότητα των τρόπων τού είναι επισημαίνει ο Καντ, μιλώντας περί του «υπεραισθητού υποστρώματος» της φύσης. Είναι σύμφωνο προς την κατεύθυνση όλης του της έρευνας, όταν στο σημείο αυτό παίρνει την αυτονομία τής διάνοιας ως απόδειξη για την προτεραιότητα τού είναι καθ’ εαυτώ: «η διάνοια, δια της δυνατότητας των νόμων της, a priori για την φύση, είναι μια απόδειξη πως αυτή γίνεται από εμάς αντιληπτή μόνο ως φαινόμενο, ταυτόχρονα όμως υποδεικνύει ένα υπεραισθητό υπόστρωμα της φύσης...» (V265).  Και όταν στην συνέχεια λέει: «αλλά αυτό είναι εντελώς περιορισμένο», τότε αυτή η επανάληψη μας λέει, πως η «Κριτική του καθαρού λόγου» δεν είναι η τελευταία λέξη περί φύσεως: «Η κριτική δύναμη, μέσω της αρχής της, προσδίδει a priori στην κριτική της φύσεως, βάσει τών πιθανών ιδιαίτερων νόμων τής φύσεως στο υπεραισθητό τους υπόστρωμα (τόσο μέσα μας όσο και έξω από εμάς), την δυνατότητα προσδιορισμού δια της διανοητικής δυνάμεως» (στο ίδιο σημείο). Τα πράγματα καθ’ εαυτά γίνονται θετικά κατανοητά μέσα στήν ιδιαίτερη κρίση τού τρόπου εμφάνισής τους. Έτσι λοιπόν, το πρόβλημα τού είναι της φύσεως λαμβάνει μια διαφορετική όψη. 

Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια: