Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014

ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ ΑΓΓΕΛΙΚΟΥΔΗΣ, Β ΜΕΡΟΣ (37) - ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ

Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΝΑΙΡΕΣΗ ΤΗΣ ΝΕΟ-ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΙΡΕΣΕΩΣ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ.

 

Συνέχεια από:Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2014


O Doctor Angelicus συναντά τον Κάλλιστο Αγγελικούδη
https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEj6uBOSHZqOP6oEmqy3PI0TqWiApn7RnSsSfkXsfrV6kkMh5qX9rLJU1Zy91IUtarXAWqAE0trZxWTx6eZQZtSGcab7hDHuXDivnQUqPI4jer5pTKKFaSEPdKNXYRBDsIJmCHboJvTGT-U/s1600/image.jpg
Ο Κάλλιστος Αγγελικούδης αναλύει και σχολιάζει 
  το κατά των Ελλήνων βιβλίο του Θωμά Ακινάτη
Περί θείας απλότητος και διαφοράς ουσίας και ενέργειας
[Περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος και της σχέσεως των θείων προσώπων]

551.Και μετά˙ « διακρίνονται όχι ως προς την ουσία, αλλ’ ως προς τη σχέση τα δύο πρόσωπα, του Πατέρα δηλαδή και του Υιού˙ αλλά δεν είναι διαφορετικό απ’ την ουσία η σχέση, αφού δεν είναι ούτε και συμβεβηκός στον Θεό ». Θρηνήστε, θεοφόροι, αυτόν που παρουσιάζει αυτά τα αιρετικά και μωρά φρονήματα στην Εκκλησία του Θεού. Γιατί αν διακρίνονται, ω ανόητε, τα πρόσωπα ως προς τη σχέση, κι όχι ως προς την ουσία, πώς δεν είναι διαφορετικό η ουσία απ’ τη σχέση; Κι αν δεν είναι διαφορετικό η σχέση απ’ την ουσία, θα υπάρχη διάκριση όχι μόνο κατά τη σχέση, αλλά και κατά την ουσία, και νά που μεγαλαυχεί ( καυχιέται …) ο Ευνόμιος. Κι αν δεν διακρίνονται ως προς την ουσία, δεν διακρίνονται ούτε κι ως προς τη σχέση και δεν ανήκει στους αιρετικούς ο Σαβέλλιος. Κι αν είναι άτοπο αυτό, είναι ψέμμα άρα και αιρετικό, αυτό που λέει ακριβώς κι εδώ ο Θωμάς, ότι δεν είναι διαφορετικό η σχέση απ’ τη θεία ουσία.

552. « Η πατρότητα ή η υιότητα, αν και είναι συμβεβηκός στους ανθρώπους, είναι όμως η θεία ουσία στον Θεό ». Και ψεύδεται και στα δυό ο ελεεινός ( αξιολύπητος… ) Θωμάς, γιατί δεν είναι ούτε στους ανθρώπους συμβεβηκός αυτά, ούτε η θεία ουσία στον Θεό. Γιατί είναι στους μεν ανθρώπους χαρακτηριστικό ( ίδιον ) της φύσης, που δεν μπορείς να την εμποδίσης ( μη δεξαμένης εμποδισμόν ), στον δε Θεό ούτε ουσία ούτε αφορά ( περί ) στη θεία ουσία, αλλ’ είναι ιδιότητα που αφορά ( περί ) στα θεία πρόσωπα. Και λέει ο μακάριος Αναστάσιος˙ « δεν φανερώνει διαφορά της ουσίας το διαφορετικό της γέννησης και της εκπόρευσης, γιατί δεν φανερώνει ( σημαίνει ) το είναι το διαφορετικό της ύπαρξης, αλλά δηλώνει το πώς είναι, ενώ παραμένει ( μενούσης ) η ίδια ύπαρξη, και αυτού απ’ τον οποίον προέρχονται ( του τε εξ ου ) και εκείνων που έχουν βλαστήσει απ’ αυτόν ( των εξ αυτού φύντων ) λαμβάνοντας κάτι το διαφορετικό ( κατά διάφορον έκληψιν ) » ( Αναστασίου Α΄, πατριάρχου Αντιοχείας, Λόγος πρώτος περί αγίας Τριάδος ). Χρησιμοποιώντας με τέτοιον σκοτισμό τη διάνοια, σφάλλει και βλασφημεί για την ορθή πίστη και την αλήθεια ο Θωμάς.

553. « Επειδή είναι η ίδια η σχέση της πατρότητας και υιότητας η θεία ουσία, είναι ανάγκη να προσαρμόζουμε ( αρμόζειν ) το κάθε τι, ό,τι κι αν είναι χαρακτηριστικό της πατρότητας και της υιότητας, στον Θεό, αν και είναι η ίδια η ουσία η πατρότητα ». Κι ακόμα˙ « δεν εμποδίζει τίποτα να ταυτίζεται και με την πατρότητα και με την υιότητα μια ουσία ». Καταντά πάλι στην προηγούμενη άγνοια και λέει τέτοια, που θα τα έλεγε κάποιος νήπιος στις φρένες ή ο Σαβέλλιος κι ο Ευνόμιος. Γιατί αν είναι η ίδια η θεία ουσία και εκείνη της πατρότητας, η σχέση της υιότητας, δεν θα διακρίνεται από πουθενά ο Πατέρας απ’ τον Υιό. Γιατί αν είναι βέβαια ίδια η ουσία του Πατέρα και του Υιού, και δεν διακρίνονται ως προς αυτήν, όπως λέει κι ο ίδιος, τα θεία πρόσωπα, δεν θα διακριθούν ούτε και ως προς τη σχέση, εφ’ όσον ταυτίζεται με τη θεία ουσία η θεία σχέση, και θα έχουν απομείνει να διακρίνονται ως προς μόνα τα ψιλά ( γυμνά… ) προσωπικά ρήματα, χωρίς τις οικείες τους ιδιότητες, δηλαδή τις σχέσεις, τα θεία πρόσωπα, το οποίο είναι ολοφάνερα σαβέλλειο ( Μεγ. Αθανασίου, Περί της αϊδίου υπάρξεως του Υιού και του Πνεύματος συν Θεώ και προς τους σαβελλίζοντας ). Κι αν θα διακριθούν ως προς τις σχέσεις, είναι φανερό ότι θα διακριθούν και ως προς την ουσία. Γιατί δεν είναι διαφορετικό σύμφωνα μ’ αυτόν η σχέση απ’ την ουσία, κι είναι ολοφάνερα ευνόμειο αυτό ( Μεγ. Βασιλείου, Κατά Ευνομίου ), όσον αφορά στον Υιό ( όσον από του Υιού ), μακεδόνειο δε, όπως έχουμε ήδη πη, όσον αφορά στο άγιο Πνεύμα ( Θεοδώρητου Κύρου, Εκκλησιαστική ιστορία, Β 6. Μεγ. Αθανασίου, Κατά βαλσφημούντων και λεγόντων κτίσμα είναι το Πνεύμα το άγιον ). Και καταντά έτσι κι από ’δώ κι από ’κεί στις μιαρώτατες αιρέσεις ο Θωμάς.

554. « Είναι ανάγκη να προσαρμόζουμε ( αρμόζειν ) » λέει « ό,τι κι αν είναι χαρακτηριστικό της πατρότητας και της υιότητας στον Θεό ». Δεν θα είναι λοιπόν ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ( ίδιον ) η πατρότητα, ούτε βέβαια η υιότητα, αν προσαρμόζονται ( αρμόζουν ) και τα δυό στον έναν Θεό, αλλά θα είναι κατ’ εξοχήν ( μάλλον ) κοινά. Πώς θα είναι λοιπόν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά; ας μη μιλούν πια ( γενηθήτωσαν άλαλα ) τα χείλη τα δόλια, που μιλούν χωρίς νόμο ενάντια σ’ αυτήν τη δικαιοσύνη ! Γιατί αν προσαρμόζεται ( αρμόζει ) η πατρότητα και κάθε τι, το οποίο θα ανήκε στην πατρότητα, δηλαδή το αγέννητο και το να γεννά και το να είναι αρχή και αιτία όσων προέρχονται απ’ αυτόν ( των εξ αυτού ), στον Θεό, και προσαρμόζεται ( αρμόζει ) στον ίδιον και η υιότητα και κάθε τι, που θα ήταν ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της υιότητας, το να προέρχεται ( είναι ) δηλαδή απ’ τον Πατέρα, το να μη γεννά, αλλά το να γεννάται, νά που είναι και Πατέρας και Υιός και γεννά και γεννάται και είναι αγέννητος και έχει προέλθει απ’ αυτόν τον ίδιον ( εξ αυτού γεγονώς ) ο Θεός, ή έχοντας μάλλον προσαρμοσμένο σ’αυτόν ( αρμόζον αυτώ ) από άλλον γεννήτορα το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της υιότητας, απ’ το οποίο τί θα μπορούσε να γίνη πιο ανόητο ή πιο άτοπο ;

555. « Αν και είναι » λέει « η ίδια η ουσία η πατρότητα ». Κατά κανέναν τρόπο, ανόητε, γιατί ανήκει στην προσωπική ιδιότητα του Πατέρα μόνον η πατρότητα, η δε ουσία δεν είναι του Πατέρα μόνον, αλλ’ εξίσου ( ίση ) και η ίδια και του Υιού και του αγίου Πνεύματος. Δεν είναι άρα πατρότητα η ουσία, ούτε βέβαια υιότητα, αλλ’ ούτε και εκπόρευση, γιατί είναι προσωπικές ιδιότητες, όπως έχουμε πολλές φορές πή, αυτά, κι όχι ουσία, που είναι κοινή και των τριών. « Δεν εμποδίζει τίποτα » λέει « να ταυτίζεται με την πατρότητα και την υιότητα μια ουσία ». Δεν προσκαλεί τώρα ως μάρτυρα, αυτός ο δυστυχής, τον Αριστοτέλη, τον συνήγορό του και υπερασπιστή, και φοβάται, όπως φαίνεται, τη διακήρυξη ( απόφασιν ) των φιλοσόφων, που λέει, πως αυτά που είναι ως προς το ίδιο ίσα είναι και αναμεταξύ τους ίσα ( Ευκλείδου, Στοιχεία…).

556. Αν ταυτίζεται λοιπόν με την πατρότητα και υιότητα η θεία ουσία, ταυτίζεται και η πατρότητα με την υιότητα και το αντίστροφο, ταυτίζεται δηλαδή και η υιότητα με την πατρότητα. Κι αν ισχύη αυτό, δεν διαφέρει σε τίποτα να πης Πατέρα ή Υιό ούτε να πης Υιό ή Πατέρα˙ γιατί ταυτίζονται τα δυό, και δεν διαφέρει γι’ αυτό να πης Πατέρα ή Υιό. Και είτε πης Πατέρα, είτε Υιό, λες το ίδιο, εφ’ όσον ταυτίζονται η πατρότητα κι η υιότητα. Και δεν πέφτεις έξω ( διαμαρτάνεις ) αν πης Υιό τον Πατέρα ή Πατέρα τον Υιό, όπως δεν θα αμαρτήσης ούτε κι αν πης θεία ουσία τον Πατέρα ή θεία ουσία τον Υιό. Και ποιος Σαβέλλιος μπόρεσε να πη ποτέ τα χειρότερα απ’ αυτά ;

557. « Είναι αδύνατο να λέγεται πως είναι κατά τινα διαφορετική σχέση το άγιο Πνεύμα, του Υιού ( απ’ τον Υιό… ) , παρά μόνον κατά κάποιαν αιτία, γιατί μόνον αυτή η διάκριση συναντάται στα θεία ». Μάλλον όμως είναι κατ’ εξοχήν αδύνατο να λέγεται πως είναι σύμφωνα μ’ αυτήν τη σχέση Πνεύμα Υιού το άγιο Πνεύμα˙, γιατί έφθασαν και εξήγησαν οι θεοφόροι, πώς λέγεται Πνεύμα Υιού το άγιο Πνεύμα. Γιατί θέλοντας να εξήγηση αυτό το ρητό ο Μέγας Βασίλειος, αν γνώριζε πως έχει την ύπαρξη κι απ’ τον Υιό το άγιο Πνεύμα, θα το έλεγε ταχύτερα ( θάττον ), ότι λέγεται Πνεύμα Υιού, επειδή υπάρχει ή εκπορεύεται η ύπαρξή του κι απ’ τον Υιό˙ μένοντας δε τώρα μακριά από μιαν τέτοιαν έννοια ο Μέγας, λέει, πως λέγεται Πνεύμα Υιού το άγιο Πνεύμα, ως ομοφυές και ομοούσιο προς αυτόν και εξαρτημένο ( ηρτημένον ) απ’ την ίδια μ’ αυτόν πηγή ( Μεγ. Βασιλείου, Περί αγίου Πνεύματος ΙΗ΄). Και θέλοντας να ανακόψη την κατ’ αιτίαν έννοια απ’ αυτήν τη ρήση ο σπουδαίος στα θεία Δαμασκηνός, « μιλάμε » λέει « αναπεπταμένα ( εκτεταμένα, απεριόριστα…) για Πνεύμα Υιού, δεν λέμε όμως πως είναι απ’ τον Υιό το Πνεύμα » ( Ιωάννου Δαμασκηνού, Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως Ι΄12 ). Κατ’ αυτόν τον τρόπο πλανάται ( ψεύδεται ) και κινείται με αναιδή ψυχή ενάντια στην ιερή Εκκλησία και κατ’ αυτόν τον τρόπο είναι αλιτήριος ( αλάστορας…) ο Θωμάς.

558. Aν υπάρχη λοιπόν όχι κατά τη σχέση της αιτίας, αλλά και κατά τη γέννηση και εκπόρευση στα θεία πρόσωπα η διάκριση, όπως λέει ο Θεολόγος Γρηγόριος, είναι απ’ τα πρόσωπα αυτά ο μεν γεννήτορας και προβολέας, κι απ’ τα δε το μεν γέννημα, το δε πρόβλημα ( αυτό που προβάλλεται… ). Δεν διακρίνεται άρα κατά την απ’ τον Υιό προς το Πνεύμα αιτία ο Υιός απ’ το Πνεύμα, αλλ’ ότι είναι γέννημα μεν ο Υιός, πρόβλημα δε το Πνεύμα. Ψεύδεται άρα και σ’ αυτό ο Θωμάς, νομίζοντας πως διακρίνονται κατά την αιτία μόνον και το αιτιατό τα θεία πρόσωπα. « Αν ανήκουν όλα όσα ανήκουν στον Πατέρα και στον Υιό, είναι αναγκαίο » λέει « να ανήκη και το αξίωμα του Πατέρα, σύμφωνα με το οποίο είναι αρχή του αγίου Πνεύματος, και στον Υιό ». Αν είναι αξίωμα αυτό του Πατέρα, το να είναι αρχή του Αγίου Πνεύματος, θα είναι αξίωμα του Πατέρα και το να είναι αρχή του Υιού. Κι αν είναι αναγκαίο να ανήκη αυτό που ανήκει στον Πατέρα και στον Υιό, θα έχη ως αξίωμα να είναι αρχή του Υιού κι ο Υιός και ή θα είναι κι απ’ αυτόν τον ίδιον Υιός ή θα έχη άλλον Υιό. Κι αν είναι άτοπα αυτά, κακώς τα συλλογίζεται ο Θωμάς, αναμειγνύοντας τα προσωπικά με τα φυσικά και συμπεραίνοντας γι’ αυτό το ψεύτικο και ασεβές.

559. « Είναι ανάγκη να υπάρχη » λέει « η κατά την αιτίαν αντίθεση στον Υιό και το Πνεύμα έτσι, ώστε να προέρχεται ( είναι ) το ένα απ’ το άλλο ». Δεν υπάρχει καμμιά ανάγκη για έναν τέτοιον λόγο, αλλ’ είναι κατ’ εξοχήν ( μάλλον ) ανάγκη να υπάρχη η κατά την αιτίαν αντίθεση στον Υιό και το Πνεύμα, απ’ τον γεννήτορα και προβολέα όμως, σύμφωνα με την οποίαν είναι γέννημα μεν ο Υιός, πρόβλημα ( αυτό που προβάλλεται… ) δε το Πνεύμα, όπως έχει ακριβώς ειπωθή. Έχει δε παντελώς αποκλειστή ( απείρηται ) το να προέρχεται ( είναι ) αιτιατικά το ένα απ’ αυτά απ’ το άλλο˙ και λέει ο μέγας Διονύσιος˙ « είναι πηγαία θεότητα ο Πατήρ, βλαστοί δε θεόφυτοι της θεογόνου θεότητας, αν πρέπη έτσι να καταστή ορατό, και όπως άνθη και υπερούσια φώτα ο Υιός και το Πνεύμα » (Περί Θείων ονομάτων). Και ονομάζει κι αλλού θεογόνο μεν θεότητα τον Πατέρα, υιική δε τον Υιό ( ο. π.), και δεν προσθέτει και ως προβλητική αιτία, όπως νομίζει ο Θωμάς, τον Υιό, το οποίο θα το είχε ακριβώς πη, αν νόμιζε ( δόξαζε ) πως προέρχεται κι απ’ τον Υιό υπαρκτικά το Πνεύμα. Κι αν είναι και υπερούσια άνθη, δεν έχασε κανείς έτσι τις ίδιες του τις φρένες, ώστε να νομίζη πως προέρχεται ( είναι ) απ’ το άνθος το άνθος, αλλ’ απ’ τη ρίζα, από μια δηλαδή αρχή. Δεν είναι άρα υγιής ούτε σ’ αυτό ο λόγος του Θωμά, που νομίζει πως προέρχεται ( είναι ) απ’ τον Υιό υπαρκτικά το Πνεύμα · ότι « είναι ανάγκη να υπάρχη έτσι η κατά την αιτίαν αντίθεση στον Υιό και το Πνεύμα, ώστε να προέρχεται ( είναι ) το ένα απ’ το άλλο ». Δεν υπάρχει όμως καμμιά ανάγκη, είναι δε και ολοφάνερο ψέμμα σύμφωνα με τις αποκαλύψεις των πνευματοφόρων.
560. Γιατί δεν προέρχεται κανένα απ’ τα δυό απ’ το άλλο, ούτε ο Υιός απ’ το Πνεύμα, ούτε βέβαια το Πνεύμα απ’ τον Υιό, γιατί μοναδική αιτία και πηγή και ρίζα του Υιού και του Πνεύματος είναι ο Πατέρας, όπως λέει κι ο Μέγας Διονύσιος· « δεν αντιστρέφονται αναμεταξύ τους αυτά που ανήκουν στην υπερούσια θεογονία. Μοναδική δε πηγή της θεότητας είναι ο Πατέρας, χωρίς να είναι Υιός ο Πατέρας ούτε Πατέρας ο Υιός, ενώ διαφυλάττουν με ευσέβεια ( ευαγώς ) και οι ύμνοι τα οικεία προς κάθε μιάν απ’ τις θεαρχικές υποστάσεις » (ό.π.). Και ονομάζει κι αλλού τον Πατέρα και μόνο πηγαία θεότητα, το οποίο και προαναφέραμε. Και λέει κι ο Μέγας Βασίλειος, μη θέλοντας να αποδώση ( διδόναι ) και στον Υιό την αιτία του Πνεύματος˙ « είναι απ’ τον Πατέρα κι όχι από κάπου αλλού το Πνεύμα ». Και σ’ άλλο σημείο · « έχει τέλειο και ανενδεές το είναι ο Πατέρας , ρίζα και πηγή του Υιού και του αγίου Πνεύματος » (Κατά σαβελλιανών και Αρείου και ανομοίων ). Κι ο άγιος Αθανάσιος· « μόνον ο Πατέρας είναι αγέννητος και μόνον αυτός πηγή της θεότητας ».

561. Ψεύδεται ( πλανάται… ) άρα και βλασφημά άσχημα ( κακώς ) στον Υιό και το Πνεύμα, νομίζοντας πως είναι αναγκαστικά αιτία το ένα του άλλου ο Θωμάς. Βλασφημά δε αθέμιτα και στον Πατέρα, αφαιρώντας του το ιδιαίτερό του χαρακτηριστικό και μη επιτρέποντάς του να είναι αυτός μόνος πηγή του Υιού και του Πνεύματος. Δεν είναι λοιπόν αξιοθαύμαστο αν αυτός που βλασφημά έτσι στον Πατέρα και τον Υιό και το άγιο Πνεύμα, περιφρονή και τους θεοφόρους και μύστες του Θεού και δεν θέλει να επιστρέψη σ’ αυτούς, που τα λένε αυτά απ’ τη λαμπαδηφορία του πνεύματος. Γι’ αυτό και λέμε βέβαια πάλι αλίμονο ( ουαί ) στον άθλιο Θωμά.

562. « Έχει » λέει « γεννητική δύναμη προς το να γεννά ο Πατέρας». Κι ακόμα « είναι ανάγκη να υπάρχη δύναμη για ( προς το ) να γεννά στον Θεό, όπως ακριβώς και δύναμη για να νοή τον εαυτό του ». Δεν υπάρχει κανένας τόσο ολοφάνερα ασεβής, όπως αυτός ο ανόητος, που κάνει ( ποιείται) παιχνίδι ( παιδιάν ) τη θεολογία και δεν ντρέπεται ούτε τους ακροατές του, γράφοντας τέτοια ολοφάνερα ανόητα και αιρετικά. Γιατί αν έχη γεννητική δύναμη για ( προς το ) να γεννά ο Πατέρας, θα έχη δύναμη για να γεννά κι ο Υιός, ώστε να υπάρχη έτσι η ίδια δύναμη κι η ίδια ουσία σ’ αυτόν όπως στον Πατέρα σύμφωνα με τη διδασκαλία των θεηγόρων και της αλήθειας. Κι όπως φαίνεται στον Θωμά πως έχει δύναμη για να γεννά απ’ το ότι έχει γεννήσει τον Υιό ο Πατέρας, έτσι θα έχη βέβαια κι ο Υιός Υιό διαφορετικόν απ’ αυτόν τον ίδιον, ώστε να φανερωθή πως έχει ίση γεννητική δύναμη με τον Πατέρα, γιατί αναδεικνύεται απ’ τα έργα η δύναμη. Αλλ’ είναι άτοπο και εξαιρετικά βλάσφημο να υποθέσης πως έχει Υιό ο Υιός του Θεού. Κι αν δεν έχη Υιό, είναι προφανές, πως δεν έχει γεννητική δύναμη, την οποίαν έχοντάς την έχει Υιό, σύμφωνα με τον Θωμά, ο Πατέρας. Δεν έχει άρα την ίδια δύναμη και γι’ αυτό ούτε την ίδια ουσία ο Υιός με (προς) τον Πατέρα, όπως λέει ο Θωμάς. Τί χειρότερο και ασβέστερο απ’ αυτό θα έλεγε ο Ευνόμιος, ανοητότατε πάντων Θωμά ;

Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια: