Δευτέρα 16 Ιουνίου 2014

ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (15)

Συνεχίζεται από Τρίτη, 10 Ιουνίου 2014

ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ
IV. ΦΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ. 

Του Hans Georg Gadamer

Ξεκαθαρίσαμε λοιπόν επιτέλους πώς η φιλοσοφία ασχολείται με τις αρχές και πώς αυτές οι αρχές μπορούν να γίνουν αντικείμενο γνώσης, όπως προείπαμε. 
Ας ξεκινήσουμε λοιπόν τώρα από την αριστοτελική διάκριση των διαφορετικών μορφών του Είναι: υπάρχει το είναι ενός τεχνητού όντος, εκείνο ενός φυσικού όντος, εκείνο του αριθμού ή μίας γεωμετρικής μορφής. Η γνώση αυτών των όντων είναι η γνώση της δομής τους, δηλαδή των αρχών τους, και αυτή η γνώση είναι η θεωρητική φιλοσοφία. Είναι γνωστό ότι ο Αριστοτέλης ήταν ένας μεγάλος ταξινομητής και αγαπούσε πολύ να διακρίνει με ακρίβεια τα διαφορετικά πράγματα, αλλά εκείνο που μας ενδιαφέρει εδώ να φανερώσουμε είναι πώς η μεταφυσική του βασίζεται πάντοτε στην Φυσική του. Είναι η Φυσική που εισάγει στην Μεταφυσική.

Ας πάρουμε, ας πούμε για εξακρίβωση, το δόγμα-στο μέτρο που μπορεί να θεωρηθεί δόγμα-των τεσσάρων αιτιών. Είναι η αρχή εκείνου του αληθινού λεξικού των εννοιών που εκθέτει ο Αριστοτέλης στην Μεταφυσική. Είμαστε στο βιβλίο Δ, του οποίου τα πρώτα δύο κεφάλαια είναι αφιερωμένα, στην αρχή ή την αιτία. Ας θυμηθούμε ότι αρχή σημαίνει αυτό που είναι πρώτο, την καταγωγή, από καταγωγής, όπως επίσης και με την σημασία αυτού που κυριαρχεί, που δίνει τάξη, ενώνει, όπως υπονοείται από την αριστοτελική μεταφορά στην οποία αναφερθήκαμε ήδη, του στρατού σε υποχώρηση. Αυτός ο στρατός ξανασυστήνεται σαν στρατός όταν επανασυστήνεται η αρχή του, όταν δηλαδή οι στρατιώτες σταματούν και ξαναρχίζουν να υπακούουν στον διοικητή. Οι αρχές είναι, κατά μία έννοια, οι διοικητές των διαφόρων περιοχών της γνώσεως. 
Έτσι λοιπόν η διάκριση των τεσσάρων αιτιών υπάρχει στο εισαγωγικό μέρος του δευτέρου βιβλίου της Φυσικής, όπου και την επεξεργάζεται. Σ’αυτή ακριβώς βρίσκουμε μία ειδική διαπραγμάτευση του θέματος, ενώ στο Δ βιβλίο της Μεταφυσικής οι τέσσερις αιτίες είναι μόνον κάποιες φωνές που έχουν εισαχθεί σ’αυτό που ονόμασα λεξικό των αριστοτελικών εννοιών. Ας προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε το γιατί αυτού του γεγονότος. 
Εσείς όλοι γνωρίζετε τις τέσσερις αριστοτελικές αιτίες, την ύλη, την μορφή (είδος) την κινητική (ποιητικό αίτιο, όθεν ή κίνησις) και την τελική αιτία. Σ’αυτές τις τέσσερις σημασίες της έννοιας της αιτιότητος στηρίζεται όλη η Φυσική του Αριστοτέλη. Ας δούμε την πρώτη: την ύλη. Μπορούμε λοιπόν να ορίσουμε την ύλη, όχι σαν ουσία, αλλά μόνον από μία λειτουργική οπτική γωνία: αυτή λοιπόν εκπληρώνει τον ρόλο του υποκειμένου, του υποστρώματος δηλαδή με το οποίο σχηματίζεται το όν. Είχα γράψει κάποτε ένα δοκίμιο με τον τίτλο «Υπάρχει η ύλη», στο convivium cosmologicum που κυκλοφόρησε με την εποπτεία του Α. Γιανναρά, στην Στουτγάρδη το 1973, και είχα συμπεράνει πώς ίσως δεν υπάρχει. Ακριβώς λόγω του γεγονότος πώς η ύλη για την οποία μιλούμε, όταν τίθεται σαν κάτι υπαρκτό, είναι πάντοτε κάτι καθορισμένο. Για παράδειγμα, λέμε πώς η ύλη αυτού του ποτηριού είναι το πλαστικό, αλλά «πλαστικό» είναι βεβαίως, κάτι που έχει ήδη μορφοποιηθεί, κάτι ποιοτικώς καθορισμένο, δεν είναι τελική ύλη, αμείωτη, αναλλοίωτη, η απόλυτη έλλειψη καθορισμού, που είναι ακριβώς η έννοια της ύλης που συναντούμε στον Αριστοτέλη. Αυτό σημαίνει δηλαδή πώς ο Αριστοτέλης συλλαμβάνει την ύλη σύμφωνα με την λειτουργική σημασία που της αποδίδουμε στην γνώση και στην καθημερινή επικοινωνία. Πρόκειται λοιπόν για μία έννοια που δεν ταυτοποιεί ένα υπαρκτό, αλλά μία λειτουργία. 
Και γι’αυτό είναι δυνατόν να κατανοήσουμε αυτή την έννοια, αναφερόμενοι, για παράδειγμα, στην λειτουργία των γραμμάτων στην σύνθεση των λέξεων: είναι η ύλη με την οποία συντίθεται η λέξη. Ας θυμηθούμε σ’αυτό το σημείο ότι στοιχείον, ο όρος τον οποίο συναντούμε τόσο συχνά στον Αριστοτέλη και σ’ολόκληρη την Ελληνική Φιλοσοφία, αρχίζοντας από τους φυσικούς, εκείνος ο όρος που στην Δύση μεταφράζεται σαν element στα ελληνικά σημαίνει πάνω απ’όλα «γράμμα», στοιχείο της συλλαβής ή της λέξεως. 
Η δεύτερη αιτία είναι η μορφή, το ουσιαστικόν αίτιον. Είναι πολύ πιθανόν η διάκριση ανάμεσα στην ύλη και την μορφή να έχει μία συγκεκριμένη γλωσσική καταγωγή, να προέρχεται δηλαδή από την γλώσσα της τεχνικής, του τεχνίτη, του μάστορα, και όχι από την θεωρία. Στην τεχνική, η μορφή είναι αυτό που πραγματοποιείται στην διάρκεια μίας διαδικασίας μορφοποιήσεως, μία πρόοδος δηλαδή κατά την οποία δίνεται μορφή σε μία ύλη. Το παράδειγμα που χρησιμοποιεί ο Αριστοτέλης είναι εκείνο του γλύπτη, αλλά δεν είναι και τόσο κατάλληλο για να εκφράσει αυτό που είναι στην πρόθεση του. Και πράγματι, η μορφή του Αριστοτέλη αντιστοιχεί στο Πλατωνικό είδος, αλλά μ’αυτή την διαφορά, ότι δηλαδή στην πλατωνική έννοια της ιδέας απουσιάζει εκείνη η σημασία της προοδευτικότητος, όταν κάτι έρχεται στο Είναι, που βρίσκουμε απεναντίας στην μορφή του Αριστοτέλη. Η σταθερότης, το δεδομένο των πλατωνικών ιδεών τις πλησιάζει περισσότερο, σε σχέση με την μορφή του Αριστοτέλη, στα σχήματα της γεωμετρίας και στις μαθηματικές έννοιες. 
Η Τρίτη αιτία, η κινητική ή το ποιητικόν αίτιον είναι η πιο σημαντική ίσως για να ορισθεί και να γνωσθεί ή Φύσις. Η Φύσις είναι ουσιαστικώς κίνηση. Τα φυσικά όντα χαρακτηρίζονται από το γεγονός πώς είναι σε κίνηση ή επειδή εμψυχώνονται από μία εσωτερική αρχή, όπως τα ζωντανά όντα ή επειδή κινούνται από άλλο! Η φυσική επομένως είναι η γνώση εκείνων των όντων τα οποία χαρακτηρίζονται από το ότι κινούνται. «Είναι σε κίνηση»….Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί όταν χρησιμοποιούμε αυτή την έκφραση, διότι για τον Αριστοτέλη το πρόβλημα δεν είναι η αφηρημένη κίνηση, αλλά του όντος που κινείται. Η μοντέρνα Φυσική μας συνήθισε να κοιτάμε με τα μάτια του Γαλιλαίου τα πράγματα που βρίσκονται σε κίνηση, να μειώνουμε δηλαδή την συγκεκριμένη τους ατομικότητα σε αφηρημένη κίνηση, για να μπορούμε μ’αυτόν τον τρόπο να μετρούμε, να υπολογίζουμε τις ποσοτικές αλλαγές αυτής της κινήσεως. Ο νόμος της πτώσεως των βαρέων αδιαφορεί ολοκληρωτικώς για την Φύση αυτού που πέφτει: το φτερό και η σφαίρα πέφτουν με τον ίδιο τρόπο. Η μοντέρνα φυσική, λοιπόν, περιγράφει την καθαυτή κίνηση, και όχι το όν σε κίνηση. Και γι’αυτόν τον λόγο δεν ενδιαφέρεται στην διάκριση ανάμεσα στα ζωντανά όντα, που κινούνται από μόνα τους, και τα όντα που δεν έχουν στον εαυτό τους την αρχή της κινήσεως. Όπως επίσης δεν ενδιαφέρονται ούτε και οι ομάδες τής μοντέρνας επιστήμης που θα μιμηθούν το μοντέλο της Φυσικής στην συνέχεια, ξεκινώντας από το ‘600, από τον Γαλιλαίο, τον Huygens και ούτω καθεξής! 
Συνεχίζεται 
Αμέθυστος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: