Δευτέρα 7 Απριλίου 2014

ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (11)

Συνεχίζεται από Σάββατο, 29 Μαρτίου 2014
ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (11)  
Του Hans – Georg Gadamer
ΙΙΙ. ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ

Θα ήθελα όμως να προσθέσω και ορισμένες διευκρινίσεις σε κείνο που όρισα σαν χαρακτήρα αντιθεολογικό, αλλά όχι αντιθρησκευτικό, του γραπτού του Χάιντεγκερ, του 1922. Και πράγματι ο Χάιντεγκερ έγινε ο μεγάλος στοχαστής που γνωρίζαμε κατά την διάρκεια ενός διαλογισμού ο οποίος προσπαθούσε να κατανοήσει τα μυστήρια της πίστεως. Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει πως η σκέψη του έχει μια αξία θρησκευτική αποκλειστικώς. Όλοι μας προερχόμαστε από μια χριστιανική παιδεία και το μεγάλο γεγονός που βρίσκεται στο κέντρο του Χριστιανισμού, η ανάσταση και η επανασυμφιλίωση ανάμεσα στον Θεό και τους ανθρώπους , είναι μια Ιδέα που επηρεάζει όλη μας την κουλτούρα, ακόμη και πέραν της θρησκευτικής σημασίας.

Η ιστορική συνείδηση, σαν συστατικό χαρακτηριστικό του μοντέρνου ανθρώπου, δεν μπορούσε να γεννηθεί παρά μόνον στο χριστιανικό θεμέλιο. [σαν παρερμηνεία του. Ή σαν ερμηνεία του. Μειώνοντάς το σε Ιδέα, που δεν είναι]. Για τους Έλληνες, ο κόσμος – οι διαδικασίες της Φύσεως, οι σχέσεις και οι ανθρώπινες πράξεις – ανήκει σε μια μέγιστη τάξη η οποία επαναλαμβάνεται πάντοτε. Έχουν φυσικά, μια ιδέα του παρελθόντος, αλλά πάντοτε καθώς αυτό αντανακλά την αναγκαία τάξη, την κανονικότητα των φυσικών και των ανθρωπίνων πραγμάτων. Είναι προφανές λοιπόν πως αυτό που ονομάζουμε ιστορική συνείδηση δεν θα μπορούσε να υπάρξει στον πνευματικό του ορίζοντα. Για τον Χριστιανό, αντιθέτως, ο κόσμος είναι δημιουργία, είναι συμπτωματικός, τυχαίος, είναι ένα συμβάν, ένα γεγονός και αυτό, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, αντικατοπτρίζεται σε μια κουλτούρα σαν την δική μας, στην ευαισθησία της  για την ιστορική ιδιαιτερότητα, για το ιστορικά συγκεκριμένο, στην συνείδηση η οποία ζει την συνεχή  ένταση ανάμεσα στην αιωνιότητα και την ιστορικότητα του αληθούς, ανάμεσα στην αλήθεια και τον χρόνο.

Μια άλλη σημείωση αφορά την Χαϊντεγεριανή έννοια, Vorhandenheit, την απλή παρουσία. Μάλιστα είναι πολύ σωστό να δηλώσουμε πως μ’ αυτή την έννοια το ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ, προσφέρει την κατανόηση του μοντέρνου κόσμου, εκείνον ο οποίος χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία των Φυσικών επιστημών, και ταυτοχρόνως από την Ελληνική Οντολογία [που είναι το ίδιο, διότι δεν υφίσταται Ελληνική Οντολογία]. Θέλω όμως επίσης να εστιάσω την προσοχή στο γεγονός πως ο όρος Vorhandenheit, που σημαίνει επίσης την θεωρητική στάση απέναντι στον κόσμο που μειώθηκε σε πράγμα, παραπέμπει και στον όρο Hand, χέρι, και επομένως μας υποβάλλει πως, ακόμη και όσον αφορά την αντικειμενοποιό στάση, είναι αδύνατον να αφαιρεθούμε, να ξεχωρίσουμε δηλαδή τελείως από την πρακτική σχέση με την πραγματικότητα.

Από το άλλο μέρος πρέπει να είμαστε πού προσεκτικοί όταν αποδίδουμε, επιμηκύνοντάς την, αυτήν την έννοια στους Έλληνες. Την απλή παρουσία. Διότι αυτή η έννοια, στον μοντέρνο κόσμο, προϋποθέτει μια αρχή εξατομικεύσεως των πραγμάτων, τον ΧΩΡΟ και τον ΧΡΟΝΟ, αλλά να έχουμε επίσης κατά νου ότι αυτός δεν είναι ο μοναδικός τρόπος για να μιλήσουμε για το συγκεκριμένο. Για το μερικό. Το μερικό μπορεί να ονομαστεί επίσης σαν ένα θέμα του καθολικού, έχοντας κατά νου πως η συζήτηση ανάμεσα στους ανθρώπους μπορεί να επιτευχθεί μόνον δια των καθόλου. Γι’ αυτό και δεν συμφωνώ με τον περιορισμό του πεδίου της ερμηνευτικής στην πρακτική φιλοσοφία. Η πεποίθησή μου είναι πως ξεκινώντας από την γλώσσα, είναι δυνατόν να αποκαλυφθεί και να αναπτυχθεί και μια οντολογία. Από την γλώσσα, βεβαίως, όπως είναι στην ζωντανή ανθρώπινη συζήτηση: Εμείς δεν μπορούμε ποτέ να μειωθούμε σε καθαρές λογικές προτάσεις, αλλά είμαστε πάντοτε «ενδιαφερόμενοι», υπάρχει πάντοτε στο λέγειν μας, κάτι από την Zuhandenheit του Χάιντεγκερ, κάποια πρακτική αναφορά.

Το αποφασιστικό σημείο είναι πως ο Χάιντεγκερ, διαβάζοντας Αριστοτέλη από την οπτική γωνία της φαινομενολογίας του Χούσσερλ, έφτανε στο συμπέρασμα πως η αισθητή αντίληψη καθ’ εαυτή δεν υπάρχει, είναι μια αφαίρεση. Αυτό που υπάρχει είναι η ζωντανή εμπειρία. Για παράδειγμα, όταν βλέπω αυτό το ποτήρι που βρίσκεται μπροστά μου, αυτό δεν μου φανερώνεται απλά σαν ένα σχήμα στρογγυλό και άσπρο, αλλά σαν ποτήρι, σαν κάτι δηλαδή το οποίο ορίζεται από μένα σε σχέση με την χρησιμότητά του.

Ακόμη και οι πιο στοιχειώδεις εμπειρίες δεν είναι αφαιρέσεις με την έννοια της αισθητηριακής αντιλήψεως, αλλά συγκεκριμένες σχέσεις με τον κόσμο, όπου τα πράγματα είναι καθότι Zuhandenheit.[χρήσιμα. Είναι ο τρόπος του είναι του μέσου]. Η σύγχρονη επιστήμη κατανοεί αυτή την σχέση σαν απλή Vorhandenheit [απλή παρουσία, χειροπιαστή παρουσία, παρεύρεση.] και αυτό είναι το καινούργιο σημείο το οποίο θα αναπτύξει ο Χάιντεγκερ μετά το Είναι και Χρόνος, όπου αυτή η απλή παρουσία δεν συγκεκριμενοποιείται ιδιαιτέρως – σαν ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της επιστημονικής συμπεριφοράς του μοντερνισμού – αναφορικά με την εύρεση κατευθύνσεως γενικώς στον κόσμο. [Η σύγχρονη επιστήμη γεννήθηκε από την ανατομία νεκρών, του Λεονάρντο, και παρέμεινε μέχρι σήμερα επιστήμη των νεκρών, των όντων χωρίς ψυχή].

Όλο αυτό κατά κάποιο τρόπο προέρχεται από την Χαϊντεγκεριανή ανάγνωση του Αριστοτέλη. Πιο ιδιαιτέρως δε, προέρχεται όχι μόνον από την επανάκτηση της πρακτικής γνώσεως, αλλά και της ιδέας πως η επιστήμη δεν εξαντλεί την αρχαία έννοια του λόγου και την γλωσσική και την διάσταση του είδους [η ενυπάρχουσα μορφή των πραγμάτων, την ουσία τους, την βασική τους ουσία «ονομάζω είδος το ουσιώδες και την πρώτη ουσία (Μεταφυσική 1032 b 1..). Είναι οι μοναδικές μορφές που υπάρχουν χωριστές από την ύλη]. Γι’ αυτό και να ταυτίσουμε την  ερμηνευτική μόνον με την πρακτική φιλοσοφία σημαίνει να προσλάβουμε μόνον μια πλευρά της. Ίσως θα ήταν πιο σωστό να λέγαμε πως εγώ επεξεργάστηκα περισσότερο την πρακτική πλευρά, αλλά δεν σημαίνει όμως πως δεν ξεκίνησα από την φιλόδοξη προσπάθεια του Χάιντεγκερ και δεν αναιρεί το γεγονός πως από αυτόν έμαθα να καταλαβαίνω κάτι παραπάνω από την ζωή, όπως επίσης και την σπουδαιότητα που έχει η αρχαία φιλοσοφία στην επεξεργασία μιας οντολογίας που θα προετοιμάζει την επιστημονική στάση του μοντερνισμού.

[η φιλοσοφία απελευθερώθηκε από την θεολογία για να υποταχθεί στην επιστήμη. Ο Χούσσερλ είχε κηρύξει την επιστροφή στα πράγματα, ο Χάιντεγκερ την επιστροφή στον κόσμο. Είχαν χαθεί τα πάντα στο σύστημα του Έγελου και στην κοινωνιολογία που το κληρονόμησε].


Συνεχίζεται
Αμέθυστος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: